the big picture

•Απριλίου 7, 2014 • 2 σχόλια

.

2d36ad02ff8843d98ceeafd4f0f258b4

.

Ψάχνω σκατζόχοιρους, έχετε δει κανέναν? Εκείνη ήταν η στιγμή, που ξαφνικά οι περισσότεροι συνειδητοποιούσαν πως δεν είχαν δει ούτε έναν σκατζόχοιρο εδώ και πολλά χρόνια.  Η λησμονιά και η άγνοια θα παρέμεναν ανέπαφες, μετά την αρχική συνειδητοποίηση, αν δεν επέμενα. Ούτε νυχτερίδες, ούτε φίδια υπάρχουν πια, ακόμα και οι τσουκνίδες εξαφανίστηκαν. Μέσα στο μυαλό τους αυτά τα γεγονότα θα παρέμεναν μεμονωμένα και πάλι, αλλά εγώ συνέχιζα. Δεν έχουν να φάνε τίποτα, τα τριφύλλια έχουν κατακλύσει τα πάντα. Τριφύλλια και ελιές, μόνο αυτά θεωρούνται αποδεκτά από το ανθρώπινο μυαλό ως χρήσιμα, αλλά οι μέλισσες? Τα λαχανικά στους κήπους δεν δένουν γιατί δεν έχει αγριολούλουδα στα χωράφια, στη θέση τους έχει ισχυρά εντομοκτόνα για τον δάκο κι έτσι χάθηκαν οι μέλισσες και οι πεταλούδες, ακόμα και τα μικρά πουλάκια, που ήταν πολύ μικρά για ένα τέτοιο δηλητήριο.

Συνέχιζα ακάθεκτη να μεγαλώνω την εικόνα για χάρη τους. Πάνε δύο χρόνια που δεν έχω δει κι εκείνο το φίδι που πέρναγε το μονοπάτι απέναντι από την ελιά, είπε σκεπτικά ο ένας. Ούτε ποντίκια έχει πια, ούτε καν ακρίδες, τους απαντούσα. Είχαν ξαφνικά όλοι επιστρέψει στην καλλιέργεια λαχανικών, με το πρόσχημα της κρίσης, μα τώρα πιο ανελέητοι από ποτέ. Οσα λεφτά γλύτωναν, κόβωντας την ντομάτα από το μποστάνι, τα ξόδευαν σε φυτοφάρμακα, σε λιπάσματα, σε ποντικοφάρμακο. Βρήκα την υγειά μου, έλεγαν μάλιστα περήφανοι για το κατόρθωμα τους. Ξεπάτωσαν όποια αμπέλια είχαν απομείνει και έβαλαν ελιές στη θέση τους. Σίγουρο κέρδος με ελάχιστη φροντίδα. Ανελέητοι. Ετσι οι σκατζόχοιροι δεν είχαν τίποτα να φάνε και εξαφανίστηκαν, ίσως κάπου πιο βαθιά, πιο ψηλά στο δάσος, εκεί που δεν είχαν προλάβει να κάψουν και μετά να το αναδασώσουν επιδεικτικά με καυσόξυλα πεύκα.

Καλημέρα να χεις, έκλειναν ξανά την εικόνα, γιατί ήταν πολύ μεγάλη για να την χωρέσει το μυαλό τους. Κι εγώ συνέχιζα να περιπλανιέμαι ψάχνοντας για σκατζόχοιρους και πυγολαμπίδες, που κι αυτές είχαν σβήσει πια.

σαν θαύμα μου φαινόταν

•Ιανουαρίου 13, 2014 • 2 σχόλια

.

.

Μετά από χρόνια πεθύμησα να βρεθώ ξανά μπροστά στο μικρόφωνο ή έστω να βάζω τις μουσικές, καθώς για μία ώρα έρχονταν και στρώνονταν μέσα μου οι μνήμες σωστά, εκείνης της όμορφης πραγματικότητας που κόντευα να ξεχάσω κι αυτής που προσπαθούσα και δεν έσβηνε. Μίλαγαν οι παρουσιαστές, χωρίς εκείνο τον lifestyle στόμφο των νεότερων χρόνων του ραδιοφώνου, με εκείνη την απλή καθαρή φωνή και σκέψη, που σε κάνει να νομίζεις ότι απευθύνονται σε σένα προσωπικά και θες να σηκώσεις το τηλέφωνο και να τους πεις, σας άκουσα, ήμουν κι εγώ εκεί μαζί σας.

Εναλλάσσονταν οι μουσικές και τα λόγια, κι εγώ είχα ξαναβρεθεί σε εκείνο το ιριδίζον συννεφάκι που με έπαιρνες και με ξάπλωνες και έπιανες πεταλούδες και στόλιζες τον αέρα γύρω μας, κι αυτές πετούσαν απαλά κι ακούμπαγαν πάνω μας τόσο τρυφερά, όσο οι στίχοι που αγαπούσα, σαν θαύμα μου φαινόταν. Μέχρι που έφτασε και η δική του ώρα :

“Ξαφνικά γίνεται ένα σαν θαύμα
και το πιστεύεις και το κυνηγάς και αγαλλιάς
κι ας σου λέει εκείνο “δεν είμαι, δεν είμαι”
εσύ τίποτα.

Και φεύγει εντελώς ανυποψίαστο πως εσύ
το δημιούργησες, πως από σένα εκπηγάζει
και περπατά στου δρόμους πιστεύοντας πως
τάχα υπάρχει
έστω και θανόντος του δημιουργού του.

Αυτό
ένα πλάσμα αμιγώς της φαντασίας σου. ” *

Κι ήθελα μετά την εκπομπή να θυμηθώ κι άλλα, αλλά τα είχα ήδη ξεχάσει. Η φωνή μου είχε κλείσει ξανά.

* Το Θαύμα από την ποιητική συλλογή ο Εμονίδης του George Le Nonce, εκδόσεις Μικρή Αρκτος

υ.γ. σπίρτο που καίγεται, πάντα σημαίνει αγάπη

where my hands are laid, magic is made

•Δεκεμβρίου 26, 2013 • 4 σχόλια

.

.

Οταν καταλάβαινε πως είναι αγχωμένος και κουρασμένος από την δουλειά, πήγαινε και στεκόταν πίσω από την καρέκλα του και ακούμπαγε μαλακά το κεφάλι του στο στήθος της. Χάιδευε με τα χέρια της το κεφάλι και τα μαλλιά του, παραμέριζε μια τούφα από το πρόσωπο του και την τύλιγε ανάμεσα στα δάχτυλα της. Ανάσαινε ήρεμα και αργά, να μην αλλάξει καθόλου ο ρυθμός της καρδιάς της και να τον βοηθήσει να χαλαρώσει. Χάιδευε με την ανάστροφη της παλάμης της τα γένια στο μάγουλο του, την άκρη των χειλιών του και το σαγόνι του.

Μετά, σήκωνε απαλά το ένα της χέρι και χάιδευε το σημείο ανάμεσα στα φρύδια του μαλακά προς τα πάνω, τρυφερά σαν να αγγίζει πληγή που πονάει, κι άνοιγε έπειτα τα δάχτυλα της κατά μήκος των φρυδιών του, στο κόκκαλο πάνω απ’ τα μάτια πιέζοντας ελαφρά. Μία, δύο, τρεις φορές, μέχρι να νιώσει να χαλαρώνει το δέρμα κάτω από τα δάχτυλα της κι ύστερα και με τα δύο χέρια άρχιζε να χαιδεύει τις ρίζες των μαλλιών του, γύρω γύρω σε όλο το στεφάνι που έκαναν στο πρόσωπο του. Φτάνοντας στα μηνίγγια, τα πίεζε απαλά και έκανε μικρά κυκλάκια με τα δάχτυλα της, πολύ απαλά, ίσα μόνο να χαλαρώσει τα νεύρα. Τα κατέβαζε μετά πίσω από τα αφτιά του, και στο κόκκαλο του κρανίου, μέχρι πίσω στο λαιμό του δεξιά και αριστερά, πάντα πιέζοντας λιγάκι, ξανά και ξανά. Εφτανε στο σημείο που ενώνονταν ο λαιμός με τους ώμους του και άνοιγε τα χέρια της προς τα έξω, μέχρι την άκρη.

Στο τέλος τον τύλιγε με τα χέρια της, σφίγγοντας τον λίγο πάνω της και τον κοίταγε χαμογελώντας όλο αγάπη, κι αυτός που μπορούσε να την νιώσει από χιλιόμετρα ανάσαινε ανακουφισμένος κι έλεγε “αχ, δεν ξέρεις πόση ανάγκη το είχα αυτό…”

ξέρω..

ένα δωράκι-ξέρεις-εσύ

•Δεκεμβρίου 25, 2013 • 4 σχόλια

.

87f9583aa9fddd2bae97220b569006a0

.

Η αγάπη ανθίζει στο κενό,  δεν έχει αντίκρυσμα και δεν είναι αντικείμενο συναλλαγής. Με αγαπάς γι’αυτό σε αγαπάω, δεν είναι αγάπη. Ανθίζει στο κενό η αγάπη και γεννιέται στο σκοτάδι, αγνοώντας την τύχη της, νικώντας τους φόβους της, ξεπερνώντας τα όρια της, τις αναστολές, τα στερεότυπα. Καμιά φορά, το κενό είναι τόσο ισχυρό, το σκοτάδι τόσο βαθύ που δεν έχει καν ανταπόκριση κι όμως δεν έχει σημασία. Είναι μόνο η εκφρασμένη ικανότητα κάποιου να αγαπάει από το πουθενά, γιατί η καρδιά του είναι στη σωστή θέση, κι όχι στη θέση του μυαλού ή των γεννητικών οργάνων, γιατί δεν είναι στην άκρη των χεριών σε θέση χειραψίας, ή των ματιών να παίρνει ερεθίσματα. Δεν είναι καν συναίσθημα με την συνηθισμένη έννοια του όρου, αλλά μια ύπαρξη που δονείται για χάρη μίας άλλης σε κάθε επίπεδο κι όποιος κι αν είναι ο αποδέκτης της.

Ετσι που λες, δεν έχει καν τους περιορισμούς του χρόνου, δεν έχει σημασία αν αγάπησες για 15 μέρες ή έξι χρόνια, αν αγάπησες για μήνες κάποιον. Εχει σημασία που η προσοχή σου, εστιάστηκε για όσο το επέτρεψε η ζωή στο αγαπημένο πλάσμα, κι όσο ακόμα κι αν η καθημερινότητα και οι υποχρεώσεις σε τραβάνε σε άλλα, κάθε κύτταρο σου στον πυρήνα του, με την δική του ιδιότυπη νοημοσύνη και συνείδηση που μόνο ένα κύτταρο αναγνωρίζει, χτύπαγε γι’αυτόν που αγαπάς. Δεν συμβαίνει συχνά, και δεν κάνει διακρίσεις, μπορεί να είναι ζώο ή άνθρωπος, να σε θέλει ή να σε απορρίπτει, όμως εσύ το αγαπάς και μένεις δίπλα του μέχρι που να μην γίνεται αλλιώς.

Και τότε, μικρό μου αγαπημένο πλάσμα, από αυτή την αγάπη φεύγεις. Να αφήσεις χώρο στον άλλο να ζήσει και να αναπνεύσει όπως θέλει, να φάει τα μούτρα του αν τύχει, να αγαπήσει με την σειρά του. Μπορεί να πονάς, να υποφέρεις, να μην αντέχεις, να είναι η επιθυμία σου τρελαμένη, αλλά η αγάπη σου είναι μεγαλύτερη. Φεύγεις κι ας μοιάζει η ζωή σου κόλαση. Φεύγεις ή αφήνεις τον άλλο να φύγει, δεν είναι διαδικαστικό το θέμα. Φεύγεις και παίρνεις το κενό μαζί σου και το σκοτάδι που την γέννησαν κι ελπίζεις κάποτε κάτι να ξαναγεννηθεί απ’ αυτό.

just one more cup of coffee

•Δεκεμβρίου 8, 2013 • 2 σχόλια

.

218684809f276aa2af6012cd4bb27162

.

Αν έπρεπε να ξεχαστώ κάπου, σαν φλυτζάνι με καφέ, θα ήθελα να μην ήταν πάνω σε έναν πάγκο.  Αυτό θα σήμαινε πως οι κινήσεις γίνονται τόσο μηχανικά, πως η επιθυμία είναι τόσο επιφανειακή, που η πραγματοποίηση τους δεν ολοκληρώνεται ποτέ, δεν έχει καμία σημασία. Δεν θα θελα να είμαι μια μισοτελειωμένη αίσθηση, σαν να πήρε κάποιος μόνο την μυρωδιά από μένα, την ευχαρίστηση πως είμαι εκεί διαθέσιμη για να απαλύνω την νύστα, σαν να μην έφτασε ποτέ να γευτεί την ουσία μου. Αν ήμουν ένα φλυτζάνι καφέ, δεν θα θελα να χαθεί η ζεστασιά μου σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και άδειο, μια κουζίνα απομακρυσμένη και έρημη. Δεν θα ήθελα να χαθώ από αδιαφορία.

Αν έπρεπε να ξεχαστώ κάπου, σαν φλυτζάνι με καφέ, θα ήθελα να ήταν μπροστά σε ένα παράθυρο, πάνω στο περβάζι. Να αχνίσω στο τζάμι, έστω μισοτελειωμένη, έστω γιατί έκαιγα πολύ. Θα ήθελα να ξεχαστώ εκεί, γιατί το βλέμμα αφαιρέθηκε να κοιτάει έναν ήλιο ζεστό και κατακίτρινο, να βάφει χρυσά τα σπίτια απέναντι και τα δέντρα, να τυφλωθούν τα μάτια από την λαμπρότητα του και να μην μπορούν να βρουν το φλυτζάνι. Ισως θα μπορούσα και να ξεχαστώ πάνω στο χορτάρι. Ενα κρύο πρωϊνό, με την δροσιά παγωμένη πάνω στα φύλλα των δέντρων, πάνω σε ένα κούτσουρο, καθώς τα πνευμόνια γεμίζουν οξυγόνο και σε πλημμυρίζει εκείνο το δέος για την φύση που ξεχνάς όλα τα άλλα.

Αν έπρεπε να κρυώσω ξεχασμένη σαν φλυτζάνι με καφέ, θα ήθελα να ήταν από μια επιθυμία, ένα δέος, από πόθο μεγαλύτερο από μένα, περισσότερο από την μικρή καθημερινή μου γεύση, από κάτι πιο καυτό από την δική μου ζεστασιά. Ετσι για να μην πω ότι ξεχάστηκα από αδιαφορία.

Do not stand at my grave and cry, I am not there – I did not die.

•Δεκεμβρίου 6, 2013 • 2 σχόλια

.

.

Δυο μέρες τώρα χτυπάνε οι καμπάνες πένθιμα, σαν να μην βρίσκουν στόχο. Κάποιος θα πέθανε ασφαλώς, ίσως και περισσότεροι, γιατί δεν είναι Μ.Βδομάδα, ούτε άνοιξη, δεν έχουν ανθίσει οι πασχαλιές. Χτυπάνε με αυτόν τον μονότονο και βαρετό ήχο, σαν βότσαλα που πέφτουν σε γαλήνια νερά και απλώνουν ήρεμους κύκλους γύρω τους, λες και προσπαθούν να φτάσουν κάπου, χωρίς να βιάζονται, με την βεβαιότητα του τετελεσμένου και του αναπόφευκτου.

Αν ψάξω έξω στις κολώνες, θα δω τα κηδειόσημα οπωσδήποτε, ένας 85, άλλος 90 χρόνων. Οχι πως αξίζει σε κανέναν ο θάνατος, αλλά να, λες πως πρόλαβαν να ζήσουν, να κάνουν παιδιά, να απελπιστούν, να δουν πως είναι ο έξω κόσμος, τα λουλούδια όταν ανθίζουν, τα δέντρα όταν παγώνουν τον χειμώνα, να εμπιστευτούν τον κύκλο της ζωής, να ελπίσουν σε ένα επόμενο καλοκαίρι, να σκαρφαλώσουν στα δέντρα σαν παιδιά.

Κάποιοι πεθαίνουν χωρίς να έχουν προλάβει ούτε μία άνοιξη, ούτε μια πεταλούδα να γυροφέρνει τα λουλούδια, χωρίς να φτερνιστούν από την γύρη στον αέρα, μόνο να περάσουν και να χαθούν πριν καταλάβουν πως έφτασαν μέχρι εδώ κι αν άξιζε τον κόπο. Αυτούς βάζουν συνήθως στόχο οι καμπάνες, και τους πετυχαίνουν κατευθείαν στην καρδιά μου.

and still she sings

•Οκτωβρίου 12, 2013 • 4 σχόλια

.

.

Aυτή η γάτα τελικά ήταν πιο αξιόπιστη από όλους κάτοικους του νησιού. Κάτι τα κύματα που εννοούσαν να σκάνε στην ακρογιαλιά μέρα με την μέρα, κάτι που δεν είχαν πια τρόπο να ζεσταθούν το βράδυ, ίσως να έφταιγε και ο ήλιος που έκαιγε όλο το πρωί, η ασταμάτητη εναλλαγή των εποχών, ο χρόνος που κύλαγε και έκανε τα πάντα να μοιάζουν φαντασιακά, τα νεύρα της τεντώθηκαν πέρα από το αναμενόμενο για γάτα. Η γυναίκα είχε χάσει πια τα λογικά της και μίλαγε μόνη της, φέρνοντας βόλτες γύρω από εκείνον τον ένα και μοναδικό φοίνικα που δεν μπορείς να κρεμάσεις ούτε μια αιώρα απ’ αυτόν, το κορίτσι μυξόκλαιγε παρατημένο στην παραλία, τα πουλιά έκρωζαν μέρα νύχτα εκνευριστικά και η γάτα ήταν η μοναδική που σκεφτόταν την χαμένη τους αξιοπρέπεια.

Γιατί ακόμα κι αν τρελαθούν, ακόμα κι αν αγαπήσουν με πάθος οι γάτες μπορούν πάντα να σταματήσουν όταν τους δώσεις κάτι λιγότερο από το βάρος της αξιοπρέπειας τους σε μια ζυγαριά. Στο διάολο να πάει κι αυτός και τα μπουκάλια σου, είπε στην γυναίκα, και ο ήχος βγήκε από το στόμα της σαν ουρλιαχτό λιονταριού που έχει πατήσει αγκάθι. Δεν το βλέπεις πως σε κοροϊδεύει? Εσύ γράφεις ωραία παραμύθια κι αυτός τα διαβάζει πίνοντας τον καφέ του, δεν θα έρθει ποτέ και τα γράμματα του δεν είναι παρά παραγγελιές για περισσότερα παραμύθια. Μπορεί να χει πρόβλημα με τον ύπνο και να τον βοηθάνε να νυστάξει τα βράδια, δες το κι έτσι. Η γυναίκα βέβαια δεν άκουγε, είχε ξεπεράσει προ πολλού το όριο της λογικής σκέψης και το μυαλό της πέταγε ανάμεσα σε σύννεφα που ιρίδιζαν, η καρδιά της χτύπαγε ρυθμικά σε περίεργους σκοπούς που έπαιζαν στο κεφάλι της, βόγκαγε στα καλά του καθουμένου λες και ήταν στα χέρια του εραστή της και έγραφε ατέλειωτα παραμύθια στην άμμο με το δάχτυλο της. Χαμένη υπόθεση. Το κορίτσι απ’ την άλλη αξιοθρήνητο, ούτε καταλάβαινε γιατί συνέβαιναν όλα αυτά, προσπαθούσε να βρει να φάει κάτι, έπινε νερό από την θάλασσα και κοιμόταν κουλουριασμένο στο πλάι του φοίνικα την περισσότερη ώρα, γι’αυτό και η γάτα δεν έμπαινε στον κόπο να του πιάσει κουβέντα. Τι να πεις εξάλλου σε ένα παιδί?

Η ιδέα της ήρθε, ένα απόγευμα που η θάλασσα ξέβρασε στο νησί ένα κομματάκι γυαλί. Το δε να αστράφτει μέσα στην άμμο, καθώς ο ήλιος έπεφτε εκείνη την ώρα λοξά μέσα στο νερό και έτρεξε, πριν προλάβει να το πάρει πίσω το κύμα, και το άρπαξε με το στόμα της. Ολο το βράδυ κοιμήθηκε σαν να μη συμβαίνει τίποτα και με το πρώτο φως, πήρε το γυαλί και το έστρεψε στον ήλιο. Αχνά στην αρχή και μάλλον απρόθυμα μαζεύτηκαν οι ακτίνες του εκεί που τις έστελνε, αλλά τελικά κατά το μεσημέρι, το φως δυνάμωσε, η κοίλη επιφάνεια λειτούργησε και μέσα από μια λεπτή γραμμή καπνού ξεπήδησε η φλόγα. Ο φοίνικας κάηκε σαν λαμπάδα, η άμμος άναψε, τα κύμματα έβρασαν, ο ουρανός κοκκίνισε σαν να έβγαινε κατευθείαν από την κόλαση. Η γάτα κοίταγε μέχρι που τυλίχτηκε κι αυτή στις φλόγες. Το κορίτσι πέθανε από τις αναθυμιάσεις στον ύπνο του και η γυναίκα, τυλιγμένη σε μια φωτεινή μπάλα φωτιάς συνέχιζε να τραγουδά. Ούτε η ψυχή της δεν σώθηκε.

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 351 other followers