tiny grass is dreaming

•Νοεμβρίου 21, 2014 • Σχολιάστε

.

grass1

.

Ενας ανόητος φόβος, που γίνεται προσωπική πρόληψη, είναι που δεν μιλάω για αγάπη. Λες κι αν μιλήσω γι” αυτήν, θα φύγει με τον τρόπο που εξαφανίζονται πολλά όμορφα πράγματα στη ζωή μας ξαφνικά και χωρίς λόγο. Γιατί έχω κι εγώ πίσω μου μια ιστορία κι έμαθα πως τίποτα σε αυτό τον κόσμο δεν μπορεί να μας βεβαιώσει την κατάληξη μιας κατάστασης, όσο όμορφη αυτή κι αν είναι κι όσο κι αν γεμίζει τη ζωή μας.  Μια συνειδητοποίηση που διαφέρει τρομερά μεταξύ της απλής κατανόησης της και της βιωματικής εκδοχής της. Ετσι λοιπόν δεν μιλάω για αγάπη. Δεν μου είπαν ακριβώς αυτό βέβαια, μάλλον εννοούσαν πως μιλάω σαν να μην υπάρχει αύριο, σαν να ναι η ζωή ένα αδιέξοδο.

Οχι σαν, αδιέξοδο είναι. Μα αυτό δεν έχει σημασία, παρά μόνο τι θα κάνεις  όταν το καταλάβεις αυτό. Εγώ λοιπόν την κάνω όμορφη μέχρι να φτάσει στο τέλος της, φοβάμαι να μιλήσω για αγάπη και για δρόμους ελεύθερους και ανοιχτούς, για καταπράσινα λιβάδια, αλλά δεν φοβάμαι να την νιώσω. Ποιος φόβος μετράει άραγε πιο πολύ? Απ” όσα όλα βρίσκονται τριγύρω μας δεν θα μείνει τίποτα στο τέλος, εμείς δεν θα μείνουμε να συνεχίσουμε να συσχετιζόμαστε με αυτό. Το μόνο που έχουμε είναι αυτό που υπάρχει μέσα μας κι αυτό φτιάχνουμε αν μπορούμε.

Εσένα όμως δεν χρειάστηκε ποτέ να στα εξηγήσω όλα αυτά, άλλα τα ήξερες από πριν, άλλα τα κατάλαβες μονάχος σου και  έτσι σε αγαπάω. Και για όλα τα άλλα που φτιάχνουμε αν μπορούμε. Γιατί κάπως το καταφέρνουμε αυτό παρά το αδιέξοδο της ζωής, σταματάμε να δούμε το tiny grass να ονειρεύεται εκεί που άλλοι θα το πατούσαν ψάχνοντας για τα λιβάδια.

Να ορίστε, μίλησα για αγάπη κι αν έγινα πολύ λυρική να με συγχωρέσετε.

ανάποδα

•Νοεμβρίου 20, 2014 • Σχολιάστε

.

632d2aa87d63929aa5cf717aeb4f293d

.

Ξύπναγε το πρωϊ ενήλικας. Με το μυαλό σοβαρό και την σκέψη καθαρή, ώριμος και αποφασισμένος να αρπάξει τη ζωή στα χέρια του και να την οδηγήσει όσο μπορεί καλύτερα, να διευθετήσει τα πράγματα, να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του. Σηκωνόταν και έφτιαχνε καφέ γιατί έπρεπε το μυαλό του αμέσως να λειτουργήσει και με το φλυτζάνι στο χέρι άνοιγε τον υπολογιστή. Σπουδαία εποχή αυτή που ζούμε σκεφτόταν, κι άρχιζε αμέσως την περιήγηση σε όλα αυτά τα θαυμαστά που κάνουν οι άνθρωποι. Διάβαζε μελέτες για το ποια γονίδια είναι υπεύθυνα για τα διάφορα χρώματα στη γούνα της γάτας, άρθρα πάνω στην προσεδάφιση ενός ρομποτικού οχήματος χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά από την γη, τον τρόπο που η ασιατική σφίγγα τρεφόταν στην κυριολεξία με φως από την αυτή την κίτρινη ρίγα στην κοιλιά της. Τα καταλάβαινε και τα θαύμαζε όλα. Το μυαλό του απορροφούσε τα πάντα, γέμιζε με γνώση και πληροφορίες για τα πάντα γύρω του. Λίγη ώρα αργότερα, ήξερε να στήνει γυψοσανίδες και να υπολογίζει πως θα στήσει το σκελετό, να οξειδώνει το τσιμέντο για να φτιάχνει σχέδια σαν νερό λίμνης, ακόμα και να λύνει ένα συγκεκριμένο εξάρτημα του υπολογιστή για να διορθώσει μια τεχνική ατέλεια.

Ακολουθούσε τη μέρα του με αυτοπεποίθηση, έτοιμος να αντιμετωπίσει την καθημερινότητα, να της δώσει νόημα αν γίνεται, να φτιάξει κάτι μικρό με μεγάλη σημασία, να οργανώσει κι άλλα πράγματα που θα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα τις επόμενες μέρες. Μα αν πρόσεχες λίγο καλύτερα, σαν κάτι να είχε αλλάξει, και η σκέψη του δεν ήταν ίσως τόσο καθαρή όσο νωρίτερα, ίσως όχι ακριβώς καθαρή, τόσο ώριμη μάλλον. Το καταλάβαινες από το μέγεθος των πραγμάτων. Επιανε ξαφνικά να ανακατέψει τον καφέ του, ένα κουταλάκι μικροσκοπικό, από εκείνα που είναι για τον εσπρέσσο, αλλά αυτός το έβρισκε χαριτωμένο.  Εβλεπε ένα μικρό συννεφάκι στον ουρανό και δεν σου έλεγε το είδος του, αλλά , κοίτα ένα μικρό σκυλάκι που κυνηγάει την ουρά του! Κατά τ” άλλα έπαιρνε σοβαρές αποφάσεις και τέλειωνε με τις εκκρεμότητες που είχε και τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν. Δεν ήταν αναβλητικός.

Ετρωγε και ξάπλωνε λιγάκι το μεσημέρι, σηκωνόταν όσο είχε ακόμα φως να πιει έναν καφέ ακόμα και μέσα του μια φωνή τον έλεγε καφεδάκο αντί για καφέ. Θυμόταν πως έτσι τον έλεγε η γιαγιά του και χαμογελούσε ζεστά, αλλά ήταν οπωσδήποτε ένα μέγεθος μικρότερο. Δεν ντυνόταν άλλο, τριγυρνούσε στο σπίτι με τις πυτζάμες ή την φόρμα, εκείνη την απαλή στο άγγιγμα σαν παιδική, τακτοποιούσε ίσως δυο τρία πράγματα ακόμα, μιλούσε με μερικούς φίλους, διάβαζε τα τρέχοντα νέα. Δεν χτενιζόταν, μόνο περνούσε τα χέρια του κάθε τόσο στα μαλλιά του, να μην πέφτουν τα τσουλούφια στα μάτια του και έπιανε να χαζεύει εικόνες αυτή τη φορά. Τίποτα που να έχει λέξεις και νόημα, οι λογικές δομές κατέρρεαν μέσα στο μυαλό του και έμεναν μόνο ό,τι χρειαζόταν για να αρθρώσει πέντε λέξεις κατανοητές. Ηταν σχεδόν σχεδόν σαν ένα κοιμισμένο ανθρωπάκι, κι έτσι άλλαζε και πάλι λίγο το μέγεθος, μίκραινε.

Μέχρι να φτάσει το βράδυ, του ήταν αδύνατον να παρακολουθήσει οτιδήποτε άλλο εκτός από τα χρώματα και το φως. Γύρναγε ανάμεσα στις φωτογραφίες σαν μεθυσμένος και κοίταγε κάτι ηλιόλουστα κίτρινα και χαρούμενα μωβ, κάτι εκτυφλωτικά κόκκινα, δροσερά πράσινα και καμιά φορά απειλητικά μπλε σαν καταιγίδα που πλησιάζει. Δεν του άρεσαν τα μπλε, δεν θέλω! έλεγε με την απλότητα ενός παιδιού που δεν ξέρει τι πάει να πει εμβόλιο, ξέρει μόνο ότι το πονάει η ένεση. Κι αν άκουγες λίγο καλύτερα την σκέψη του, όπως σχηματιζόταν στο μυαλό του, ούτε καν η φωνή δεν ήταν ενός ενήλικα, μίκραινε κι αυτή και μπέρδευε τα σύμφωνα, ζεν σέλω! έλεγε και άλλαζε αμέσως εικόνα.

Κάτι από τον ενήλικο εαυτό του, που είχε παραμείνει ζωντανό για ανεξήγητους λόγους μέχρι τότε, τον οδηγούσε να φάει και να παρακολουθήσει κάποια ταινία με δράση και μπάμ! μπουμ! βζιιιιιιιιιν έτρεχαν τα αυτοκίνητα και όλοι έτρεχαν αλαφιασμένοι πέρα δώθε, πυροβολισμοί και μια κυρία όμορφη που έπαιζε ανάμεσα τους.  Αυτός τυλιγόταν στις κουβερτούλες του, σταύρωνε τα πόδια του και σχεδόν πιπίλαγε το τσιγάρο που είχε στο στόμα του, εκτός αν είχε θυμηθεί να φέρει κοντά του και μερικά μπισκοτάκια. Με τα μάτια διάπλατα παρακολουθούσε τα ανθρωπάκια στην οθόνη να παίζουν στην ταινία ή να κάνουν πολιτικές αναλύσεις, το ίδιο ήταν. Κάποτε θα γίνω κι εγώ έτσι όταν μεγαλώσω έλεγε και χωνόταν στα σκεπάσματα του, τραγουδώντας μέσα στο μυαλό του, μια άλλη φωνή γιατί η δική του δεν ήξερε πια ούτε τα φωνήεντα, ένα νανούρισμα που του έλεγε ένας αγαπημένος θείος κι έτσι βυθιζόταν γλυκά στον ύπνο.

Ωρίμαζε μέσα στη νύχτα και γινόταν ξανά ενήλικας κατά την απουσία του.

ο γυρισμός

•Νοεμβρίου 14, 2014 • 1 σχόλιο

.

 

.

Τις μέρες που το φως ήταν λιγοστό, τράβαγε την καρέκλα της δίπλα στην μπαλκονόπορτα και έκανε πως είναι τυφλή και διπλάσια σε χρόνια. Σκέπαζε τα πόδια της με μία κουβέρτα, ακουμπούσε το κεφάλι της στο τζάμι και προσπαθούσε να νιώσει πάνω στο δέρμα της το φως, που δεν μπορούσαν να δουν τα μάτια της. Καθόταν τότε, και αναπολούσε μια ζωή φανταστική, εντελώς διαφορετική από αυτήν που είχε ζήσει μέχρι τώρα.

Θυμόταν τότε, που το σώμα της ήταν γερό και αλώβητο από τον χρόνο, να ταξιδεύει παντού. Από την πιο απλή γωνιά, μια στροφή λάθος σε έναν δρόμο και να βρίσκεται μπροστά σε μια γειτονιά διαφορετική, μέχρι χώρες μακρινές και πολύχρωμες, με ανθρώπους να κινούνται γύρω της σαν σμάρια από μέλισσες, να μιλάνε μια γλώσσα άλλη, να τους βλέπει να στροβιλίζονται σε έναν δικό τους διαφορετικό χρόνο από αυτό που είχε συνηθίσει. Ακουγε σχεδόν καθαρά τα αυτοκίνητα να περνάνε, για δρόμους εντελώς ξένους, που δεν ήξερε που καταλήγουν, πόρτες να ανοίγουν στο πλάι και να οδηγούν σε άλλες πόρτες και δωμάτια, που δεν θα μάθαινε ποτέ τι είναι. Οταν δεν μπορούσε να κάνει αυτό, έβαζε μερικά ρούχα σε ένα σακκίδιο και πεταγόταν στην διπλανή πόλη. Εκλεινε δωμάτιο σε ένα φτηνό ξενοδοχείο πάνω από τον σταθμό των λεωφορείων και πέρναγε την ημέρα της στο καφενείο του σταθμού, νιώθοντας τους άλλους να ταξιδεύουν ή να επιστρέφουν κουρασμένοι.

Αργά το βράδυ, εκεί, όπως καθόταν στον σταθμό, παράγγελνε δύο τοστ και μια μπύρα, μύριζε από την θέση της το ψωμί που καιγόταν στην τοστιέρα κι αφού το έτρωγε γρήγορα να ικανοποιήσει την πείνα της, έπινε την μπύρα και έγραφε στον μικρό της υπολογιστή σκόρπιες σκέψεις που δεν είχαν καμία υποχρέωση να είναι κατανοητές. Τελικά, γυρνούσε σπίτι της ανακουφισμένη. Ξάπλωνε στο κρεβάτι της και μαγείρευε κάτι ευωδιαστό και χορταστικό, σαν κάποιος να την περίμενε εκεί και να της έκανε όλα τα χατίρια για να την πείσει να μείνει λίγο ακόμα μαζί του.

Επιανε μετά και αποτύπωνε σε κάποια γωνιά του σπιτιού, κάτι απ” αυτά που είχε δει στους δρόμους της. Μια καρέκλα κίτρινη και λευκή για τα δροσερά πρωϊνά, ένα κατακόκκινο κηροπήγιο για τα μακρινά εστιατόρια, ένα πιάτο ραγισμένο από κάποιο ξενοδοχείο που δεν θυμόταν πια. Επέστρεφε με αυτό τον τρόπο ξανά και ξανά, όπου είχε πάει, στις καθημερινές κινήσεις ξανάβρισκε αυτούς τους ανθρώπους που είχε δει. Σε ένα τραπέζι είχε μαζεμένα βιβλία, σε όλες αυτές τις απίθανες γλώσσες που είχε ακούσει, από αυτά που δεν μπορούσε να διαβάσει φυσικά, αλλά τα ξεφύλλιζε με τον καφέ της τα απογεύματα, σχεδιάζοντας που θα πάει την επόμενη φορά.

Οταν το τζάμι κρύωνε και ο ήλιος, αυτός ο λιγοστός χανόταν, άνοιγε τα μάτια της και έβλεπε γύρω της το σπίτι σκοτεινό. Την κίτρινη καρέκλα και το κόκκινο κηροπήγιο, το βιβλίο σε μια άγνωστη γλώσσα, σημάδια πως κάποτε είχε φύγει και είχε επιστρέψει, έστω στην φαντασία της. Σηκωνόταν τότε και έφτιαχνε κάτι να φάει, έτσι για να νιώσει πως κάποιος της έκανε όλα τα χατίρια και προσπαθούσε να την πείσει να μείνει για λίγο ακόμα μαζί του.

Ψάχνοντας για το νησί

•Νοεμβρίου 12, 2014 • Χωρίς σχόλια

.

d916369561f3c9d0b01cef2814d240bf

.

Είσαι χαζούλα που βάλθηκες να κάψεις το νησί μας, της είπε και την έπιασε τρυφερά να την ακουμπήσει σε ένα μέρος ζεστό και βολικό για να μη χαλάσει η γούνα της. Εστρωσε ένα μαλακό μαξιλάρι δίπλα του και ακούμπησε την μικρή μαύρη γάτα εκεί με προσοχή. Μετά, χάιδεψε την ράχη της απαλά, και προσπάθησε να της εξηγήσει ότι έπρεπε να φύγει για να βρει ένα άλλο νησί για τους δύο τους, να μπορούν να κρεμάνε από κάπου την αιώρα τα μεσημέρια και να ξαπλώνουν κουλουριασμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο και να βυθίζονται σε έναν ύπνο γεμάτο πολύχρωμα όνειρα.

Η μικρή μαύρη γάτα βέβαια δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη με όλα αυτά. Κοίταγε συνέχεια κάτω ντροπιασμένη που έκαψε το νησί και τον μοναδικό του φοίνικα και δεν είχαν που να πάνε τώρα. Θα μου λείψεις, είπε μέσα από τα μουστάκια της, και τα μάτια της έγιναν υγρά. Τα έκλεισε σφιχτά αμέσως για να μη το δει. Να με περιμένεις, της είπε και με αυτά τα λόγια, έπιασε από την ουρά ένα τεράστιο πουλί και πέταξε μαζί του μακρυά.

Γύρισε όλο τον κόσμο τρεις φορές ψάχνοντας για το κατάλληλο νησί. Κι όλο της έστελνε μπουκάλια με μηνύματα, να της διηγείται αυτά που έβλεπε, μέχρι και φωτογραφίες της έστελνε από τα νησιά που έβρισκε στον δρόμο του. Δεν ησύχαζε  ποτέ. Ηθελε το νησί τους να είναι τέλειο. Να έχει ζεστό ήλιο και δροσερά σύννεφα, δέντρα για να ξεκουράζονται τα πουλιά που περνούσαν από πάνω τους χωρίς να τα φτάνει η μικρή μαύρη γάτα να τα ξεπουπουλιάσει. Δοκίμαζε την άμμο στην παραλία να δει αν ήταν αρκετά αφράτη για να ξαπλώνει κανείς, αν το νερό της θάλασσας ήταν καθαρό και ζεστό, αν είχε αρκετά ψάρια για να ταϊζει την γατούλα του. Μη σε νοιάζει, της έγραφε, θα βρω εγώ καλύτερο νησί και θα στείλω ένα μεγάλο πουλί να σε πάρει. Προσπάθησε όμως να μη το φας στη μέση του ουρανού, ούτε πούπουλο δεν θα βρούμε αν πέσετε από κει πάνω.

Κι η μικρή μαύρη γάτα χαμογελούσε ξανά.

through the looking glass

•Οκτωβρίου 21, 2014 • Χωρίς σχόλια

.

sex2

.

Υπάρχει ένα τζάμι που μας χωρίζει. Κρύο, στιλπνό και απόκοσμο, όπως είναι κάθε τι που δεν γνωρίσαμε καλά και δεν ξέρουμε πως λειτουργεί. Πίσω απ” αυτό το τζάμι παλιώνω συνέχεια, φθείρεται η εικόνα μου και μοιάζει με ανάμνηση, ο ήχος φτάνει μουντός, σαν κάποιος να ανοιγοκλείνει το στόμα του, χωρίς να διακρίνω τι λέει. Μπορεί και να μην είναι λέξεις, να είναι νότες, μια μουσική που ακούει μόνο αυτός που την παράγει, μόνο αυτός που την φαντάστηκε. Ομως ο χρόνος περνάει κι εγώ παλιώνω χωρίς να έχω ακούσει τίποτα. Αν απλώσω το χέρι θα αισθανθώ μόνο το τζάμι κι ίσως αφήσω το αποτύπωμα μου πάνω του. Θα βλέπω τότε ό,τι υπάρχει πίσω από την ψυχρή επιφάνεια παραμορφωμένο. Από τα ίδια μου τα αποτυπώματα, από την υγρασία που άφησε το δέρμα μου, από εκείνα τα νεκρά κύτταρα που άφησαν το σώμα μου προσπαθώντας να διαπεράσουν αυτό το αόρατο φράγμα. Θα μου χαμογελάσεις και θα απλώσεις το χέρι κι εσύ, κάτι θα πεις που δεν θα ακούσω κι εγώ θα τραβηχτώ πίσω, στην όμορφη ιδεατή μου εικόνα, που παλιώνει συνεχώς. Μέχρι να μην αναγνωρίζομαι πια, και στη θέση μου να μείνουν ψήγματα της εικόνας, που κάποτε θα θυμηθείς πως μπορούσες να έχεις αγγίξει. Γιατί έβαζες πάντα ανάμεσα μας ένα τζάμι φτιαγμένο από ερωτήματα και οι απαντήσεις τους είναι στην απέναντι πλευρά.

neverending innocence

•Αυγούστου 12, 2014 • Χωρίς σχόλια

.

e8e8669a5ee297006c21f3a8821644ec

 

.

Η νεαρή γκέισα, αφού τέλειωσε με τις δουλειές της καθημερινότητας εκείνο το πρωί, πήρε μια πετσέτα και κατέβηκε μέχρι την θάλασσα. Την άπλωσε πάνω στα βότσαλα, κι αφού έκανε μια βουτιά στα δροσερά νερά, έλυσε τα μαλλιά της να στεγνώσουν και ξάπλωσε στον ήλιο. Με τα μάτια μισόκλειστα, χάιδευε με τα χέρια της τις πέτρες γύρω της απαλά και προσπαθούσε να σκεφτεί, τι σχήμα είχε η κάθε μία. Γύρισε μπρούμυτα και τράβηξε τα μαλλιά της στο πλάι του λαιμού για να στεγνώσει και η πλάτη της. Ισια μπροστά στο πρόσωπο της, τα βότσαλα έλαμπαν στον ήλιο από το  νερό, τα μάτια της μεγέθυναν την εικόνα πολλές φορές. Εκεί, ανάμεσα στις πέτρες, τις πράσινες και τις κοκκινωπές, στα γυαλιά που είχε γλείψει και λειάνει η θάλασσα, εξείχε η άκρη ενός κοχυλιού. Απλωσε το χέρι της, και το έπιασε με τις άκρες των δαχτύλων της με προσοχή για να μη το σπάσει. Το έφερε δίπλα στο πρόσωπο της και έκλεισε τα μάτια της για λίγο.

Λίγο μετά, σηκώθηκε, και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Εφαγε κάτι δροσερό, ήπιε λίγο νερό και ξάπλωσε, με το αλάτι να τρίζει πάνω στο δέρμα της πάνω στα φρέσκα σεντόνια που μύριζαν άνθη πορτοκαλιάς. Ξύπνησε ιδρωμένη από τη μεσημεριανή ζέστη και μπήκε στο μπάνιο. Αφησε το μαγιώ της να πέσει στο πάτωμα της μπανιέρας κι άρχισε να ξεπλένει το σώμα της με γλυκό νερό. Αυτό έτρεχε πάνω της σε ρυάκια και έκανε τα μαλλιά της να κολλάνε πάνω στο δέρμα της. Χωρίς να βιάζεται, έβαλε σαμπουάν και μετά κρέμα. Με μια μικρή βούρτσα, χτένισε τα μαλλιά της, που από το βάρος έφταναν τώρα μέχρι τη μέση της, τα ξέμπλεξε με υπομονή και στο τέλος τα ξέπλυνε με κρύο νερό. Το δέρμα της ανατρίχιασε λιγάκι από την επαφή με το κρύο και κλείνοντας την βρύση, τράβηξε γρήγορα το κιμονό που κρεμόταν στην πόρτα δίπλα της και το φόρεσε.

Βγήκε από το μπάνιο, με τα πόδια γυμνά, αφήνοντας υγρά ίχνη στα ζεστά πλακάκια και έφτασε μέχρι το δωμάτιο της. Στάλες νερού έτρεχαν ακόμα παντού πάνω της, κάνοντας το ύφασμα αλλού να κολλάει στα χέρια και στην πλάτη της και αλλού να μένει στεγνό και να ανοίγει στο ελαφρύ αεράκι που έμπαινε στο δωμάτιο. Κάθισε στο κρεβάτι, λύγισε το ένα πόδι μπροστά της και άφησε το άλλο να κρέμεται χαλαρά κάτω, χωρίς να αγγίζει το πάτωμα. Εμεινε έτσι αρκετή ώρα, κοιτώντας απέναντι, πέρα από τα λουλούδια και τα σπίτια, πέρα από τις ανθρώπινες κατασκευές, τον ήλιο να βασιλεύει κατακόκκινος πίσω από το γαλάζιο βουνό.

Τότε ήταν που κατάλαβε πως κάτι έμπαινε στο δέρμα της εδώ και ώρα κι αυτή, όπως ήταν απορροφημένη από την δροσιά και τα χρώματα δεν έδινε σημασία. Εβαλε το χέρι της, κι ανάμεσα από τα πόδια της τράβηξε το κοχύλι.

the big picture

•Απριλίου 7, 2014 • Χωρίς σχόλια

.

2d36ad02ff8843d98ceeafd4f0f258b4

.

Ψάχνω σκατζόχοιρους, έχετε δει κανέναν? Εκείνη ήταν η στιγμή, που ξαφνικά οι περισσότεροι συνειδητοποιούσαν πως δεν είχαν δει ούτε έναν σκατζόχοιρο εδώ και πολλά χρόνια.  Η λησμονιά και η άγνοια θα παρέμεναν ανέπαφες, μετά την αρχική συνειδητοποίηση, αν δεν επέμενα. Ούτε νυχτερίδες, ούτε φίδια υπάρχουν πια, ακόμα και οι τσουκνίδες εξαφανίστηκαν. Μέσα στο μυαλό τους αυτά τα γεγονότα θα παρέμεναν μεμονωμένα και πάλι, αλλά εγώ συνέχιζα. Δεν έχουν να φάνε τίποτα, τα τριφύλλια έχουν κατακλύσει τα πάντα. Τριφύλλια και ελιές, μόνο αυτά θεωρούνται αποδεκτά από το ανθρώπινο μυαλό ως χρήσιμα, αλλά οι μέλισσες? Τα λαχανικά στους κήπους δεν δένουν γιατί δεν έχει αγριολούλουδα στα χωράφια, στη θέση τους έχει ισχυρά εντομοκτόνα για τον δάκο κι έτσι χάθηκαν οι μέλισσες και οι πεταλούδες, ακόμα και τα μικρά πουλάκια, που ήταν πολύ μικρά για ένα τέτοιο δηλητήριο.

Συνέχιζα ακάθεκτη να μεγαλώνω την εικόνα για χάρη τους. Πάνε δύο χρόνια που δεν έχω δει κι εκείνο το φίδι που πέρναγε το μονοπάτι απέναντι από την ελιά, είπε σκεπτικά ο ένας. Ούτε ποντίκια έχει πια, ούτε καν ακρίδες, τους απαντούσα. Είχαν ξαφνικά όλοι επιστρέψει στην καλλιέργεια λαχανικών, με το πρόσχημα της κρίσης, μα τώρα πιο ανελέητοι από ποτέ. Οσα λεφτά γλύτωναν, κόβωντας την ντομάτα από το μποστάνι, τα ξόδευαν σε φυτοφάρμακα, σε λιπάσματα, σε ποντικοφάρμακο. Βρήκα την υγειά μου, έλεγαν μάλιστα περήφανοι για το κατόρθωμα τους. Ξεπάτωσαν όποια αμπέλια είχαν απομείνει και έβαλαν ελιές στη θέση τους. Σίγουρο κέρδος με ελάχιστη φροντίδα. Ανελέητοι. Ετσι οι σκατζόχοιροι δεν είχαν τίποτα να φάνε και εξαφανίστηκαν, ίσως κάπου πιο βαθιά, πιο ψηλά στο δάσος, εκεί που δεν είχαν προλάβει να κάψουν και μετά να το αναδασώσουν επιδεικτικά με καυσόξυλα πεύκα.

Καλημέρα να χεις, έκλειναν ξανά την εικόνα, γιατί ήταν πολύ μεγάλη για να την χωρέσει το μυαλό τους. Κι εγώ συνέχιζα να περιπλανιέμαι ψάχνοντας για σκατζόχοιρους και πυγολαμπίδες, που κι αυτές είχαν σβήσει πια.

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 304 other followers