last night I felt..

•Οκτωβρίου 15, 2009 • 3 σχόλια

Για να σε εκδικηθώ δεν θα σε ξεπεράσω ποτέ. Γιατί έφυγες και με άφησες στα χέρια όλων αυτών, που και μαργαριτάρι να ήμουν θα με πέταγαν στα γουρούνια.  Γιατί κάθε ίχνος καλοσύνης και δικαίου σε αυτόν τον κόσμο όταν ξύπνησα σε μια πραγματικότητα χωρίς εσένα, είχε χαθεί.  Γιατί κανείς πια δεν θα γκρεμίσει τα τείχη του για να κατεβάσω τα δικά μου, γιατί κανείς δεν θα καταλάβει γιατί μιλάω, και μόνη ζεστασιά θα βρίσκω μόνο στο Θηρίο μέσα μου.

Για να σε εκδικηθώ δεν θα σε ξεπεράσω ποτέ. Γιατί αληθινά είναι μόνο τα χέρια που θέλουν να μείνεις για πάντα μέσα τους, όχι αυτά που θα σε χρησιμοποιήσουν και αληθινά είναι τα λόγια που συνοδεύονται από πράξεις και δεν θα σε χαραμίσουν. Γιατί με άφησες πίσω με αυτούς που δεν καταλαβαίνουν και δεν θέλουν να καταλάβουν. Που μπερδεύουν την απαξίωση ενός βλάκα με την αξιοπρέπεια και τον σεβασμό.

Για να σε εκδικηθώ δεν θα σε ξεπεράσω ποτέ. Γιατί διάλεξες τον Παράδεισο με αντίτιμο την δική μου Κόλαση..

such a lonely day and it’s mine

•Οκτωβρίου 11, 2009 • 1 σχόλιο

Ξύπνησα απ’ τον ήχο του τηλεφώνου που χτύπαγε. Τα χέρια μου σφιγμένα σε γροθιές, τα νύχια χωμένα μέσα στις παλάμες, τα μάτια να τρέχουν δάκρυα, το μαξιλάρι μούσκεμα. Μέχρι να καταλάβω τι με ξύπνησε κατάλαβα τι με έκανε να κλαίω στον ύπνο μου. Μετά θυμήθηκα και κορδέλλες από λόγια να γυρνάνε γύρω μου σαν σε όνειρο, άλλες έγραφαν το όνομα σου, άλλες μακρινές προφητείες, άλλες μικρά δικά μου παράπονα και φόβους, όλες μπλεγμένες τόσο πολύ που στο τέλος είχαν γίνει ένα κουβάρι δυσανάγνωστο.  Ετσι έμοιαζε το μέλλον μπροστά μου, ένα κουβάρι δυσνόητο και απελπιστικά μακρινό. Επεσα να κοιμηθώ για να ξεχάσω σου είπα, και ξύπνησα να θυμάμαι το παρελθόν και να έχω ξεχάσει το μέλλον. Σήμερα απ’ όλες τις μέρες σε ήθελα εδώ να ξέρεις…

μα ούτε σε ένα παραμύθι δεν χωράω?

•Οκτωβρίου 6, 2009 • 2 σχόλια

Να ξερες μονάχα πόσες φορές τα σβησα και τα ξανάγραψα όλα..

… κι ακόμα σβήνω και γράφω..

I know all there is to know about the crying game

•Οκτωβρίου 1, 2009 • 2 σχόλια

O μόνος δρόμος που μπορούμε να πάρουμε είναι μαζί. Εμείς οι δύο, οι τρείς ή περισσότεροι, ξέρουμε πως μόνο αυτός ο δρόμος υπάρχει. Οσο κι αν θελήσουμε να βιώσουμε την απόλυτη μοναξιά, και το κενό να έρθει να ξεπλύνει όσα δεν θέλουμε να ξέρουμε και να θυμόμαστε, μαζί θα φύγουμε  από δω για όπου μας γράφει να πάμε. Πολλοί δεν θα μαστε, γιατί ούτε κι αυτό το καταφέραμε, αλλά όσοι χρειάζεται για να θυμόμαστε. Θα χανόμαστε και θα βρισκόμαστε ξανά, νομίζοντας πως κατακτήσαμε τη μοναχική μοναδικότητα μας, και μετά βλέποντας πως ήταν μάταιο. Οπου κι αν πας θα με βρεις μπροστά σου λέμε ο ένας στον άλλο πια αντί για αντίο. Οπου κι αν πάω θα ‘σαι κι εσύ, λες και δεν γεννηθήκαμε χώρια και ένα ζευγάρι πόδια μας οδηγεί μονάχα…

στον Damien και όσους ξέρουν το crying game

κάνε με ήλιε να φανώ, να φέγγω σαν φεγγάρι

•Σεπτεμβρίου 30, 2009 • 3 σχόλια

H Μεγάλη Γάτα, μπορεί να ‘χε χρόνια πολλά που είχε χάσει τα περισσότερα εξωτερικά χαρακτηριστικά του είδους της, ουρά, μυτερά αυτιά, γούνα και μουστάκια, αλλά σίγουρα αν την πρόσεχες λίγο καλύτερα, έβλεπες πως δεν μπορούσε να είναι τίποτα άλλο. Πάντα λεπτή και ευλύγιστη, με μάτια που άλλαζαν χρώμα ανάλογα με την έκθεση τους στο φως, μπορούσε εξίσου εύκολα να πηδήξει για να πιάσει κάτι στον αέρα ή να απλωθεί για ώρα κάτω απ’ τον ήλιο. Δεν κυνηγούσε ποτέ μεγάλα θηράματα, ελάφια ή λαγούς, μα μικρά και διασκεδαστικά, σαύρες, ποντικάκια, πεταλούδες και κυρίως βλάκες. Μερικούς τους άφηνε να ζήσουν, μόνο για να έχει τη χαρά να τους κυνηγήσει ξανά και ξανά, να γελάσει που έκαναν σαν καραγκιοζάκια προσπαθώντας να ξεφύγουν, που έσκουζαν μόλις τους έπιανε ή απειλούσαν πως ναι, θα της δείξουν αυτοί οταν καταφέρουν να ελευθερωθούν.

Μα όλα  αυτά, η Μεγάλη Γάτα, τα έκανε μόνο όταν είχε κέφια. Οταν βαριόταν ή ήταν στεναχωρημένη, πήγαινε και ξάπλωνε ανάμεσα στα φυτά του κήπου ή σε κάποια άλλη γωνιά που την έλουζε το φως του ήλιου. Καθόταν εκεί με τις ώρες, μέχρι να απορροφήσει τόσο φως που τίποτα σκιερό να μη μείνει μέσα της. Και δεν ήταν λίγοι αυτοί, που το βράδυ βεβαίωναν πως ακτινοβολούσε θερμότητα το σώμα της παντού. Ελαμπε στην κυριολεξία στο σκοτάδι, κι όσο πιο βαθύ ήταν το σκοτάδι, τόσο περισσότερο εμφανές ήταν το φαινόμενο. Οσο πιο κρύα η αγκαλιά που την κρατούσε, τόση περισσσότερη ζεστασιά έβγαζε το κορμί της. Γύρναγε ανάσκελα και μπρούμυτα, γουργούριζε και χαμογελούσε συνεχώς, με εκείνο το αμφίβολλο χαμόγελο που έχουν οι γάτες.

Αυτό που ευχαριστιόταν πιο πολύ όμως, ήταν τα βράδυα, που οι υπόλοιπες γάτες της οικογένειας, έρχονταν και κουλουριάζονταν πάνω της όλο εμπιστοσύνη. Το θηρίο μέσα τους, αναγνώριζε το είδος του, αναγνώριζε πως η Μεγάλη δεν θα τα πρόδινε ποτέ και άφηναν να ζεσταθούν στην αγκαλιά της. Στον κόσμο ολόκληρο, τίποτα, ποτέ, δεν την ικανοποίησε περισσότερο απ’ αυτούς που άξιζαν και δέχτηκαν την αγάπη της ολοκληρωτικά.

νιάου..

•Σεπτεμβρίου 26, 2009 • 9 σχόλια

Μόλις νύχτωσε σηκώθηκε η γάτα ακροπατώντας. Τέντωσε τα χέρια και τα πόδια της, τίναξε την ουρά της και χώθηκε στο δάσος. Κυνήγησε ποντίκια και σαύρες κι έφαγε, έγλειψε το αίμα με επιμέλεια από το πρόσωπο της και συνέχισε να περιφέρεται αθόρυβα ανάμεσα στους θάμνους. Το φως του φεγγαριού δεν πέρναγε εύκολα απ’ τα πυκνά φυλλώματα των δέντρων, αλλά και να πέρναγε, έτσι όπως ήταν μαύρη σαν την νύχτα, δύσκολα θα μπορούσες να την διακρίνεις. Αθόρυβη και αόρατη πλανιόταν στο δάσος κι οσμίζονταν στον αέρα κάθε τι που συνέβαινε. Κάθε ζώο που κοιμόταν στη φωλιά του, και κάθε καινούριο φύλλο που φύτρωνε, κάθε παλιό που έπεφτε στο χώμα. Ηξερε που γυρνούσε κάθε θήραμα, αλλά είχε χορτάσει κι άλλο αίμα δεν δίψαγε να πιει.

Μόνο ξαφνικά ρίγησε, σαν να πέρασε ψυχρός αέρας μέσα της. Στάθηκε ακίνητη και οι κόρες της διαστάλθηκαν σαν ολόγιομα φεγγάρια. Ο αέρας της έφερε τη μυρωδιά ενός άλλου θηράματος τώρα, διαφορετικού. Τέντωσε τα αφτιά της και τον άκουσε να πλησιάζει. Ποιος ξέρει ποιο κυνήγι τον είχε φέρει μέχρι εκεί, αλλά ήταν ο πιο όμορφος, ο πιο επιβλητικός γάτος που είχε συναντήσει ποτέ. Τεράστιος, με μάτια που έλαμπαν στο σκοτάδι και ψαχούλευαν στις σκιές αναζητώντας κι αυτός τη  δική του νύχτα μες το δάσος.

Αυτή, χαλάρωσε και τα μάτια της γλύκαναν. Η ουρά της διέγραψε όμορφα οκτάρια στον αέρα και έκανε μερικά απαλά βήματα προς την κατεύθυνση του. Νιάου ψιθύρισε, μα ήταν ένα νιάου, που περισσότερο σκέψη θα το έλεγες παρά ήχο. Ηξερε, πως δυο βήματα να έκανε, θα βρισκόταν δίπλα του, και θα χάιδευε την πλάτη της στη δική του, θα τύλιγε την ουρά της στο λαιμό του και θα γουργούριζαν μαζί όλο το βράδυ.

Πείτε μου τι μπορεί να σκέφτηκε η γάτα, που έλαμπε κάθε βράδυ στο δάσος, τι να ‘ταν αυτό που της άλλαξε γνώμη κι αντί να κάνει ένα βήμα ακόμα, αντί το νιάου να μη μείνει ψίθυρος, γύρισε στην αντίθετη κατεύθυνση και ακροπατώντας γύρισε στη φωλιά της και κοιμήθηκε μέχρι το πρωϊ..