Ξετυλίγοντας το νήμα μέχρι το τέλος του, ο Διόνυσος μέσα στις σκιές κρυμμένος, έσκυψε ένα βράδυ και ψιθύρισε στο αυτί του Θησέα καιρός να φύγεις, δεν υπάρχει εδώ κάτι που να αξίζει για σένα και ο άνεμος αύριο θα είναι ευνοϊκός. Μετά μίκρυνε, κόντυνε σαν σκιά κι αυτός, και αποσύρθηκε πίσω από άλλους θάμνους να μείνει ξάγρυπνος δίπλα στο κεφάλι της Αριάδνης να παρατηρεί την ανάσα της προσεκτικά. Χρειάστηκαν κι άλλες νύχτες πολλές μέχρι τα λόγια να φτάσουν στον προορισμό τους, να γίνουν πρώτα εικόνα και μετά σκέψη και στο τέλος επιθυμία, μα ο Διόνυσος δεν σταματούσε. Μέχρι που έφτασε η μέρα εκείνη που το καράβι σήκωσε επιτέλους τα πανιά του και ο Αίολος, ήδη δασκαλεμένος, έστειλε άνεμο να το πάρει γρηγορότερα μακρυά.
Εκείνο το πρωϊνό, η Αριάδνη ένιωσε πως σαν να ξύπνησε από ένα κακό όνειρο και πως αυτός που έφυγε δεν ήταν στην πραγματικότητα ποτέ εκεί, μα για κάποιο περίεργο λόγο δεν ένιωθε μόνη. Σαν να άκουγε τα φύλλα να ψιθυρίζουν, και τα ποτάμια, το χορτάρι κάπως σαν να αναστέναζε καθώς ξάπλωνε πάνω του και ώρες ώρες της φαινόταν πως ο ήλιος την χάιδευε τρυφερά στα μαλλιά. Οταν τελικά ο Διόνυσος πήρε μορφή μπροστά της, ήταν ήδη οικείος και η ψυχή της βρήκε τη γη που έψαχνε να περπατήσει. Χαμογελούσε όλη μέρα η Αριάδνη κι ας είχε χάσει το νήμα και το δρόμο της τόσο καιρό. Τώρα κρατούσε το κουβάρι στα χέρια της και έπαιζε μαζί του σαν να ‘ταν τόπι, κι άλλοτε το ξετύλιγε και μπερδευόταν στα κλαράκια κι άλλοτε το μάζευε πάλι λες και δεν είχε αρχή και τέλος.
Περίεργος δρόμος που ήταν αυτός, έμοιαζε τόσο μακρύς και ας ήταν σίγουρη η διαδρομή του. Κανένας δεν πήρε το μάθημα του στην πορεία, μόνο εικόνες και σκέψεις και αγγίγματα που ήταν γραμμένο να γίνουν, κι ολονών η μοίρα ξετυλιγόταν σαν κουβάρι στα χέρια παιχνιδιάρας γάτας.
Ομως η Αριάδνη φορούσε πια εννέα άστρα στα μαλλιά, δώρο του Διονύσου για τους γάμους, κι αυτό έκανε όλη τη διαφορά.
Ας πούμε πως δημιουργείς μιαν ατραπό. Διαβάζεις όλες τις εκδοχές του μύθου που σε σαγήνευσε, ψάχνεις και βρίσκεις φωτογραφίες και πίνακες, τον σκέφτεσαι με κάθε ευκαιρία, κρατάς σημειώσεις. Κάποτε ξεκινάς την εργασία, βάζεις το κλειδί στην πόρτα, ένα τρυφερό λιβάδι ας πούμε που ξαπλωμένος κάτω από τον ήλιο ονειροπολείς, σκέφτεσαι ποιοι μπορεί να είναι οι οδοδείκτες σου και το σημείο επιστροφής. Ολα πάνε καλά, ο μύθος αρχίζει και σου αποκαλύπτει τα μυστικά του, νιώθεις ευχαριστημένος που παρακολουθείς από κοντά την εξέλιξη του, που γνωρίζεις τους ήρωες και το συλλογικό ασυνείδητο που τον δημιούργησε. Ακόμα και ο αέρας μιας άλλης εποχής είναι αναζωογονητικός.
Περνάνε οι μέρες και δεν βιάζεσαι, γιατί ξέρεις σε αυτά τα πράγματα σημασία έχει το ταξίδι και όχι ο προορισμός, αυτή είναι ακριβώς και η χρησιμότητα μιας ατραπού. Ομως, περίπου στα μισά, ξεπροβάλει αναπάντεχα ένας άλλος δρόμος, κι ένα άλλο λιβάδι διασταυρώνεται με το δικό σου. Ενας μύθος διαφορετικός, γνωστός αλλά βασανιστικός. Ακούς μέσα στο κεφάλι σου τη φωνή του νεαρού βοσκού να γράφει τραγούδια όλο θλίψη, ποιον αδίκησα και αφήνεις θεέ μου τους εχθρούς μου να με κυνηγούν, τους βλέπεις μέσα από τα μάτια του να πλησιάζουν το λόφο και νιώθεις την αγωνία του, ενώ η δική σου Αριάδνη κοιμάται βαθιά και ο Διόνυσος έχει ακόμα μέρες μέχρι την πανσέληνο για να φανεί και να την ξυπνήσει.
Τι θέλει άραγε αυτός ο λόφος στα όνειρα σου?
Tέτοια σταυροδρόμια γεννούν περισσότερες ερωτήσεις από τις απαντήσεις που δίνουν οι δρόμοι.
Ο Θησέας ήταν τόσο απορροφημένος με τον εαυτό του, που δεν πρόσεξε καν ότι μπήκε στον Λαβύρινθο. Περπατούσε για ώρα μέσα στους σπειροειδείς διαδρόμους αναλογιζόμενος πόσο σπουδαίος ήταν και πόσο μακρυά στην Ιστορία θα φτάσει το όνομα του. Μόνο όταν άρχισε να πέφτει το φως, και δεν μπορούσε να θαυμάζει τα χρυσά του σανδάλια καθώς περπατούσε , τρόμαξε. Φυσικά ούτε λόγος να αντιληφθεί το δαιδαλώδες του πράγματος, αλλά πρώτη φορά δεν είχε κανένα τρόπο να κοιτάξει την εμφάνιση του. Η Αριάδνη τον είδε από την ταράτσα που είχε κάτσει να ξεκουραστεί και να θαυμάσει το δειλινό και από μία ξαφνική παρόρμηση αποφάσισε να πάει να τον βοηθήσει να βγει.
Αυτός ήδη στρίγγλιζε υστερικά και προσπαθούσε να σκεφτεί έναν τρόπο να απολαύσει για άλλη μια φορά τον εαυτό του, αλλά οι πέτρες δεν συνηθίζουν να φωτίζουν ή να καθρεφτίζουν άλλα αντικείμενα. Καθώς τον πλησίασε η Αριάδνη παρατήρησε πόσο όμορφος ήταν και η καρδιά της πετάρισε, τον έπιασε από το χέρι και αφού τον καθησύχασε τον έβγαλε έξω. Σε μια αμοιβαία παρεξήγηση, αυτός θεώρησε ότι η Αριάδνη θαμπώθηκε από την ομορφιά του και την αγκάλιασε, ενώ αυτή πίστεψε πως αυτή η αγκαλιά ήταν ευγνωμοσύνη και τρυφερότητα.
Τελικά έφυγαν μαζί απ’ την Κρήτη, καθώς αυτή ήταν πρόθυμη να τον ακολουθήσει παντού και αυτός χρειαζόταν έναν μόνιμο κόλακα δίπλα του. Οταν το πλοίο τους έφτασε στη Νάξο και έμειναν εκεί μερικές μέρες για να ξεκουραστούν, ο Θησέας βρήκε από έναν έμπορο έναν καλογυαλισμένο καθρέφτη και αφοσιώθηκε σε αυτόν. Η Αριάδνη, έμεινε στην ακτή να τον περιμένει και σιγά σιγά την έπιασε το παράπονο καθώς αυτός δεν γύρναγε. Ξημέρωνε μέρα και έφτανε βράδυ και έμενε μόνη της, να νοσταλγεί το σπίτι της και να αναλογίζεται πως πίστεψε ότι αυτός ο ξένος μπορούσε να αγαπήσει οποιονδήποτε άλλο πέρα από τον εαυτό του.
H Αριάδνη μεγάλωσε δίπλα στο Λαβύρινθο. Στα παιδικά της μάτια δεν υπήρχε σκοτάδι ούτε θηρία να τον φυλάνε. Oι τοίχοι ήταν χαμηλοί, από παντού έμπαινε φως και ανάμεσα φύτρωναν λουλούδια και πράσινα χόρτα την άνοιξη. Αν έσκυβες και έψαχνες ανάμεσα τους μπορούσες να βρεις μία πασχαλίτσα ή το κουκούλι μιας πεταλούδας που μόλις είχε πετάξει. Ακολουθούσε τις διαδρομές ξένοιαστα και έπρεπε να την φωνάξουν δυό φορές για να επιστρέψει στο σπίτι το βράδυ. Στο τέλος έμαθε κάθε στροφή και κάθε αδιέξοδο απέξω και ούτε τη νύχτα μπορούσες να την κρατήσεις μακρυά.
Σκαρφάλωνε κι έβγαινε απ’ το παράθυρο της, κι έπειτα έτρεχε να βρει πυγολαμπίδες που φωσφόριζαν και πέταγαν σαν σπίθες ανάμεσα στα χόρτα. Μεγαλώνοντας αν είχε τελειώσει τις δουλειές του σπιτιού, καθόταν στην ταράτσα και χάζευε τις σπείρες του από ψηλά, τον ήλιο να δύει πάνω στις πέτρες. Ολοι έλεγαν γι’αυτούς που έμπαιναν μέσα και δεν ξανάβγαιναν ποτέ, για το τέρας το φοβερό εκείνο που τους έτρωγε ζωντανούς και χάνονταν στα σκοτάδια, μα αυτή το μόνο που έβλεπε ήταν που και που κάποιον να κόβει βόλτες ανάμεσα στις πέτρες και μετά να φεύγει από κει σαν παραζαλισμένος, σαν να κοιμήθηκε βαριά το μεσημέρι και δεν μπορεί να ξυπνήσει..
Καμιά φορά κατέβαινε και τους ρώταγε αν θέλουν λίγο νερό να δροσιστούν αλλά απ’ το στόμα τους δεν έβγαινε ούτε ένας ήχος. Χαμένοι σε έναν άλλο περίεργο βουβό κόσμο, έφευγαν μακρυά συλλογισμένοι κοιτώντας τα πόδια τους καθώς περπατούσαν κι ας ήταν μπροστά τους η θάλασσα και ο απέραντος ουρανός. Αυτοί έβλεπαν πια μόνο τα πόδια τους.
Αναστέναζε τότε η Αριάδνη κι έτρεχε να δει μήπως χάλασαν τη φωλιά μιας μικρής αλεπούς που κρυβόταν που και που ανάμεσα στις πέτρες, κι αφού σιγουρευτόταν γύρναγε πίσω στον αργαλειό της και το νήμα που έμενε να υφανθεί.
Τον ακούς τον ύπνο του δικαίου? ακούς την ανάσα του που σφυρίζει καθώς βγαίνει από τα κακομαθημένα πνευμόνια του, το στομάχι που βαρυφορτωμένο τα πιέζει και δεν μπορεί να βγει ο αέρας? Ακούς που παραμιλάει στον ύπνο του και λέει ανέκδοτα και συνθήματα επαναστατικά? Μη βιαστείς να φανταστείς πως είναι λόγια που θα θυμάται όταν αλλάξει πλευρό. μη βασιστείς σε αυτά τα λόγια. Ξενύχτησε βλέποντας τηλεόραση, τρώγοντας πατατάκια και πίνοντας μπύρες, αρνούμενος να υποφέρει ο ίδιος στην ιδέα πως κάτι στραβό συμβαίνει σε αυτό τον κόσμο. Ετσι αποκοιμήθηκε, θαυμάζοντας ή αρνούμενος μερικά τα όσα παρακολουθούσε ο δίκαιος και το υποσυνείδητο του σαλιαρίζει γύρω απ’ το στόμα του κουβέντες που έπρεπε να είχε πει ξύπνιος, πράγματα που έπρεπε να έχει κάνει μέσα στην ημέρα.
Τον ακούς τον ύπνο του δικαίου? Τον άκουσες να ροχαλίζει δίπλα σου στις καφετέριες και στα social media? μήπως του έδωσες άραγε και ένα ελαφρύ σπρώξιμο να μη σε ενοχλεί για να μπορέσεις να κοιμηθείς κι εσύ? Η τηλεόραση έμεινε ανοιχτή και φυτεύει telemarketing στο υποσυνείδητο σου, εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει ένα αγκάθι και να βλέπεις εφιάλτες. Κοιμήθηκες με την εφημερίδα στο πρόσωπο και τα γράμματα βγήκαν στο δέρμα σου, κι όταν κάποτε ξυπνήσεις εσύ ο δίκαιος, θα είσαι μουτζουρωμένος απ’ αυτά.
Φοράει στο πρόσωπο του μια μάσκα χαμογελαστή. Ταξιδεύει, συναινεί, υπογράφει, μιλάει στο Κοινοβούλιο πάντα με αυτή τη μάσκα. Θα μπορούσες σχεδόν να πιστέψεις, αν είσαι άνθρωπος καλής θέλησης και δεν έχεις οικονομικό πρόβλημα, πως είναι εντελώς αθώος σχεδόν αφελής. Θα μπορούσε κανείς, αν δεν ήξερε να διαβάζει τους αριθμούς, να φανταστεί πως πρόκειται για έναν αφοσιωμένο γλυκύτατο άνθρωπο που θυσιάζεται για το καλό των άλλων.
Ξημερώνοντας όμως η 5η Νοέμβρη φέτος αυτή η μάσκα και το χαμόγελο έδειξαν τόσο ψεύτικα, τόσο χάρτινα. Δεν ήταν από μόνα τους τα λόγια του τόσο μεγάλης σημασίας όσο οι υπογραφές που έχει βάλει μέχρι τώρα, ούτε όσο τα μέτρα που έχει εφαρμόσει εις βάρος των άλλων, αλλά είναι που γέμισαν το ποτήρι της συνείδησης του κόσμου. Επαιξε τον τρελό, τον ήρωα, τον αποφασισμένο, τον συναινετικό τόσο γρήγορα εναλλασσόμενους μέσα σε μια βδομάδα, που έγινε ολοφάνερο πως όλα είναι μάσκα πάνω στη μάσκα, χαμόγελα ζωγραφιστά.
Αλλοι το πήρανε στην πλάκα, άλλοι αγανάκτησαν κι άλλοι έμειναν βουβοί. Κανείς δεν μπορούσε να διαχειριστεί την απόλυτη αποκάλυψη τόσο που να κάνει κάτι γι’αυτό. Εμεινε ο κόσμος να παρακολουθεί σαν τον λαγό μπροστά στα φώτα του αυτοκινήτου που τον τυφλώνουν, πετρωμένος. Αυτός πάλι, σήκωσε τη μάσκα και την ξαναφόρεσε ενώ με το ένα χέρι κρατούσε σταθερά την καρέκλα του, και φαντάστηκε πως η σιωπή και αδράνεια του κόσμου ήταν για μια ακόμα φορά συναίνεση ή πως η εξαπάτηση είχε πετύχει για άλλη μια φορά.
Μόνο που κάποια στιγμή αυτό τον κόσμο θα τον βρει απέναντι του, παραταγμένους έναν έναν, κάθε μια ψυχή που τσάκισε και κάθε αξιοπρέπεια που λύγισε, κάθε ζωή που κατέστρεψε και κάθε μέλλον που απέκλεισε. Κι όταν γυρίσει να τους κοιτάξει τα πρόσωπα τους θα είναι σαν μάσκες, πέτρινες.
Δεν επιθυμώ την ανάρτηση Link ή σχολίων στα κείμενα μου, που αφορούν παντός είδους σταυροφορίες για οικολογικά, κοινωνικά και ιδιαίτερα θέματα που αφορούν στα δικαιώματα των ελλήνων ιστολόγων. Τα θεωρώ υποκριτικά και αγκίστρια αναγνωσιμότητας. Δεν επιθυμώ καν στο εξής, τη συζήτηση γύρω απ' αυτά τα θέματα, καθώς δεν μου αρέσει να μιλάω θεωρητικά και δήθεν.
ΕΙΠΩΘΗΚΕ ΠΡΟΣΦΑΤΩΣ