A question of heaven

•Νοεμβρίου 11, 2009 • 4 σχόλια

Οταν είδαν στις τάξεις της Κόλασης πως ο άγγελος που φρουρούσε τις Πύλες του Αόρατου ήταν πολύ λαμπερός και απορροφούσε όσο σκοτάδι κι αν του έστελναν, αποφάσισαν πως θα του στείλουν μια ολόκληρη λεγεώνα να τον αντιμετωπίσει. Αρχηγός της Λεγεώνας αυτής ήταν ένας δαίμονας τόσο σκοτεινός και πυρωμένος, περισσότερο και από τα βάθη της Κόλασης, γλυκός σαν ψέμμα περίτεχνο, και ατρόμητος. Μα πάνω από όλα ο Damien ήταν αδίστακτος και ανελέητος. Δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει οτιδήποτε για να καταφέρει το σκοπό του. Ο Αγγελος όλα τα περίμενε εκτός απ’ αυτό.

Οταν κάποτε καθόταν ήσυχος και χαλαρωμένος σε κάποια χορδή του ουράνιου τόξου, ο Δαίμονας εμφανίστηκε δίπλα του χαμογελώντας. Μπορώ να ξαπλώσω δίπλα σου του είπε? Σε ένα τόσο λαμπερό χαμόγελο πως να υποψιαστεί ψέμμα ένα πλάσμα καλοσύνης? κι έτσι συμφώνησε ανεπιφύλακτα. Κύρτωσαν κι οι δυο τα κορμιά τους πάνω στις καμπύλες του χρωματιστού αυτού θόλου, κι όπως καμπύλωνε αυτό, έτσι άρχισε να καμπυλώνει γύρω τους κι ο χρόνος, η αίσθηση στης τάξης και της αταξίας, οι αρχές τους για τα όρια του Καλού και του Κακού. Μετά σειρά είχαν τα χέρια τους, καμπύλωσαν κι αυτά και αγκαλιάστηκαν σφιχτά, ταξίδεψαν ο ένας πάνω στις καμπύλες του άλλου βρήκαν το Α και το Ω πολλαπλές φορές και μετά το ξανάχαναν γελώντας. Φωσφόριζε περίεργα το σκοτάδι του Δαίμονα πάνω στις πολύχρωμες χορδές, αλλά ο Αγγελος δεν υποψιάστηκε τίποτα. Μόνο σαν εισέβαλλε με δύναμη βαθειά στην ψυχή του ο Damien κι άρχισαν να κατρακυλάνε στην Κόλαση, μόνο τότε ξύπνησε ξαφνικά απότομα και άρχισε να συσπάται και να ταράζει τον αέρα για να απελευθερωθεί. Μα ο Damien τον κράταγε σφιχτά και δεν μπορούσε να ξεφύγει, με κάθε του κίνηση ο δαίμονας έμπαινε όλο και βαθύτερα μέσα του, έφτανε σε όλο και πιο απαγορευμένα μέρη του Φωτός και γίνονταν μαζί ένα περίεργο μείγμα από Σκοτάδι και Φως και πάλι Σκοτάδι. Αλλοτε έμοιαζε με πυροτεχνήματα σε νυχτερινό ουρανό κι άλλοτε σαν τις αστραπές μια καταιγίδες απρόσμενης στα μέσα του καλοκαιριού.

Επεφταν και κατρακύλαγαν συνέχεια. Στροβιλίζονταν σαν αεροπλάνο που έχει χάσει τη στήριξη του και πέφτει ανεξέλεγκτα. Ο δαίμονας χαμογελούσε παθιασμένα, κρατώντας πάντα σφιχτά τον άγγελο στην αγκαλιά του και αφηνόταν να βυθιστούν και οι δύο μαζί προς τα κάτω. Οι Πύλες του Αόρατου τώρα έμοιαζαν πιο μακρινές από ποτέ…

Τη στιγμή ακριβώς που τα σώματα τους έπεσαν με συντριπτική ταχύτητα στο Tέλος του Κόσμου, λίγο πριν οι ψυχές και των δύο τσακιστούν για πάντα, ο δαίμονας πρόλαβε να ρίξει μια ματιά γύρω του. Για να δει απορημένος πως αυτό δεν ήταν το Τέλος, μα η Αρχή του Κόσμου, κι ο Ουρανός ποτέ πριν δεν έλαμπε περισσότερο από κείνη τη στιγμή. Πως πήρε άραγε για Πτώση αυτό που ήταν μια ξέφρενη απογείωση μόνο ο Αγγελος μας το ξέρει..

last night I felt..

•Οκτωβρίου 15, 2009 • 3 σχόλια

Για να σε εκδικηθώ δεν θα σε ξεπεράσω ποτέ. Γιατί έφυγες και με άφησες στα χέρια όλων αυτών, που και μαργαριτάρι να ήμουν θα με πέταγαν στα γουρούνια.  Γιατί κάθε ίχνος καλοσύνης και δικαίου σε αυτόν τον κόσμο όταν ξύπνησα σε μια πραγματικότητα χωρίς εσένα, είχε χαθεί.  Γιατί κανείς πια δεν θα γκρεμίσει τα τείχη του για να κατεβάσω τα δικά μου, γιατί κανείς δεν θα καταλάβει γιατί μιλάω, και μόνη ζεστασιά θα βρίσκω μόνο στο Θηρίο μέσα μου.

Για να σε εκδικηθώ δεν θα σε ξεπεράσω ποτέ. Γιατί αληθινά είναι μόνο τα χέρια που θέλουν να μείνεις για πάντα μέσα τους, όχι αυτά που θα σε χρησιμοποιήσουν και αληθινά είναι τα λόγια που συνοδεύονται από πράξεις και δεν θα σε χαραμίσουν. Γιατί με άφησες πίσω με αυτούς που δεν καταλαβαίνουν και δεν θέλουν να καταλάβουν. Που μπερδεύουν την απαξίωση ενός βλάκα με την αξιοπρέπεια και τον σεβασμό.

Για να σε εκδικηθώ δεν θα σε ξεπεράσω ποτέ. Γιατί διάλεξες τον Παράδεισο με αντίτιμο την δική μου Κόλαση..

such a lonely day and it’s mine

•Οκτωβρίου 11, 2009 • 1 σχόλιο

Ξύπνησα απ’ τον ήχο του τηλεφώνου που χτύπαγε. Τα χέρια μου σφιγμένα σε γροθιές, τα νύχια χωμένα μέσα στις παλάμες, τα μάτια να τρέχουν δάκρυα, το μαξιλάρι μούσκεμα. Μέχρι να καταλάβω τι με ξύπνησε κατάλαβα τι με έκανε να κλαίω στον ύπνο μου. Μετά θυμήθηκα και κορδέλλες από λόγια να γυρνάνε γύρω μου σαν σε όνειρο, άλλες έγραφαν το όνομα σου, άλλες μακρινές προφητείες, άλλες μικρά δικά μου παράπονα και φόβους, όλες μπλεγμένες τόσο πολύ που στο τέλος είχαν γίνει ένα κουβάρι δυσανάγνωστο.  Ετσι έμοιαζε το μέλλον μπροστά μου, ένα κουβάρι δυσνόητο και απελπιστικά μακρινό. Επεσα να κοιμηθώ για να ξεχάσω σου είπα, και ξύπνησα να θυμάμαι το παρελθόν και να έχω ξεχάσει το μέλλον. Σήμερα απ’ όλες τις μέρες σε ήθελα εδώ να ξέρεις…

μα ούτε σε ένα παραμύθι δεν χωράω?

•Οκτωβρίου 6, 2009 • 2 σχόλια

Να ξερες μονάχα πόσες φορές τα σβησα και τα ξανάγραψα όλα..

… κι ακόμα σβήνω και γράφω..

I know all there is to know about the crying game

•Οκτωβρίου 1, 2009 • 2 σχόλια

O μόνος δρόμος που μπορούμε να πάρουμε είναι μαζί. Εμείς οι δύο, οι τρείς ή περισσότεροι, ξέρουμε πως μόνο αυτός ο δρόμος υπάρχει. Οσο κι αν θελήσουμε να βιώσουμε την απόλυτη μοναξιά, και το κενό να έρθει να ξεπλύνει όσα δεν θέλουμε να ξέρουμε και να θυμόμαστε, μαζί θα φύγουμε  από δω για όπου μας γράφει να πάμε. Πολλοί δεν θα μαστε, γιατί ούτε κι αυτό το καταφέραμε, αλλά όσοι χρειάζεται για να θυμόμαστε. Θα χανόμαστε και θα βρισκόμαστε ξανά, νομίζοντας πως κατακτήσαμε τη μοναχική μοναδικότητα μας, και μετά βλέποντας πως ήταν μάταιο. Οπου κι αν πας θα με βρεις μπροστά σου λέμε ο ένας στον άλλο πια αντί για αντίο. Οπου κι αν πάω θα ‘σαι κι εσύ, λες και δεν γεννηθήκαμε χώρια και ένα ζευγάρι πόδια μας οδηγεί μονάχα…

στον Damien και όσους ξέρουν το crying game

κάνε με ήλιε να φανώ, να φέγγω σαν φεγγάρι

•Σεπτεμβρίου 30, 2009 • 3 σχόλια

H Μεγάλη Γάτα, μπορεί να ‘χε χρόνια πολλά που είχε χάσει τα περισσότερα εξωτερικά χαρακτηριστικά του είδους της, ουρά, μυτερά αυτιά, γούνα και μουστάκια, αλλά σίγουρα αν την πρόσεχες λίγο καλύτερα, έβλεπες πως δεν μπορούσε να είναι τίποτα άλλο. Πάντα λεπτή και ευλύγιστη, με μάτια που άλλαζαν χρώμα ανάλογα με την έκθεση τους στο φως, μπορούσε εξίσου εύκολα να πηδήξει για να πιάσει κάτι στον αέρα ή να απλωθεί για ώρα κάτω απ’ τον ήλιο. Δεν κυνηγούσε ποτέ μεγάλα θηράματα, ελάφια ή λαγούς, μα μικρά και διασκεδαστικά, σαύρες, ποντικάκια, πεταλούδες και κυρίως βλάκες. Μερικούς τους άφηνε να ζήσουν, μόνο για να έχει τη χαρά να τους κυνηγήσει ξανά και ξανά, να γελάσει που έκαναν σαν καραγκιοζάκια προσπαθώντας να ξεφύγουν, που έσκουζαν μόλις τους έπιανε ή απειλούσαν πως ναι, θα της δείξουν αυτοί οταν καταφέρουν να ελευθερωθούν.

Μα όλα  αυτά, η Μεγάλη Γάτα, τα έκανε μόνο όταν είχε κέφια. Οταν βαριόταν ή ήταν στεναχωρημένη, πήγαινε και ξάπλωνε ανάμεσα στα φυτά του κήπου ή σε κάποια άλλη γωνιά που την έλουζε το φως του ήλιου. Καθόταν εκεί με τις ώρες, μέχρι να απορροφήσει τόσο φως που τίποτα σκιερό να μη μείνει μέσα της. Και δεν ήταν λίγοι αυτοί, που το βράδυ βεβαίωναν πως ακτινοβολούσε θερμότητα το σώμα της παντού. Ελαμπε στην κυριολεξία στο σκοτάδι, κι όσο πιο βαθύ ήταν το σκοτάδι, τόσο περισσότερο εμφανές ήταν το φαινόμενο. Οσο πιο κρύα η αγκαλιά που την κρατούσε, τόση περισσσότερη ζεστασιά έβγαζε το κορμί της. Γύρναγε ανάσκελα και μπρούμυτα, γουργούριζε και χαμογελούσε συνεχώς, με εκείνο το αμφίβολλο χαμόγελο που έχουν οι γάτες.

Αυτό που ευχαριστιόταν πιο πολύ όμως, ήταν τα βράδυα, που οι υπόλοιπες γάτες της οικογένειας, έρχονταν και κουλουριάζονταν πάνω της όλο εμπιστοσύνη. Το θηρίο μέσα τους, αναγνώριζε το είδος του, αναγνώριζε πως η Μεγάλη δεν θα τα πρόδινε ποτέ και άφηναν να ζεσταθούν στην αγκαλιά της. Στον κόσμο ολόκληρο, τίποτα, ποτέ, δεν την ικανοποίησε περισσότερο απ’ αυτούς που άξιζαν και δέχτηκαν την αγάπη της ολοκληρωτικά.