in any other world

•Φεβρουαρίου 7, 2010 • 1 σχόλιο

Εγινε και η “μαυρίλα” της μόδας. Φοράει απαραιτήτως μαύρα στιλάτα ρούχα, γυαλί μύγα τύπου Νίο στο Μάτριξ και κλαίει απαρηγόρητη αλλά τόσο δήθεν. Κλισέ στο κλισέ μου φέρνει τέτοια δάκρυα απ’ το γέλιο, που στο τέλος απορώ μήπως τελικά δεν είναι τόσο δήθεν όσο νομίζω, αλλά καταφέρνει να σε ρίξει σε ένα πηγάδι ακόμα βαθύτερο απ’ αυτό που βρίσκεσαι. Σε πιάνει τέτοια απόγνωση και απελπισία στην κακοδιαχείριση της θλίψης που σηκώνεις τα χέρια ψηλά. Σε οποιονδήποτε άλλο κόσμο αυτό μπορεί να ήταν αυθεντικό. Μαύρα ρούχα, μαύρες επιτηδευμένες λέξεις, μαύρα γυαλιά, μωσαϊκό με μαύρες ψηφίδες ανάμεσα. Σ’ αυτόν που ζούμε όμως η θλίψη παλεύει με τον εαυτό της όλη τη μέρα. Φοράει ένα χαρούμενο πουλόβερ και τζιν, τα λόγια της απλά και τα χαμόγελα της απλόχερα. Προσπαθείς να την ξεπεράσεις, να βγεις λίγο πιο μπροστά κι ας ξέρεις το αναπόφευκτο της ουσίας της. Η μαυρίλα γελάει, η μαυρίλα προσπαθεί και κατακτάει μικρές νίκες. Τόσο μικρές που καμμιά φορά δεν τις βλέπει και κανείς άλλος απ’ αυτόν που τις βιώνει. Τα μάτια που ανοίγουν ηθελημένα το πρωϊ, ένα όμορφο φαγητό που μαγειρέψαμε χωρίς να περιμένουμε κανέναν. Αν πραγματικά ξέρεις πως είναι η θλίψη φοράς κόκκινα και εκτυφλωτικά τυρκουάζ, φοράς ροζ της άνοιξης και πορτοκαλιά του καλοκαιριού, λες καλημέρα. Ή απλά περνάς απαρατήρητος. Χωρίς να κάνεις τίποτα ιδιαίτερο, τίποτα προφανές της μαυρίλας. Τώρα όμως έγινε και η μαυρίλα της μόδας…

… say goodbye to the world you thought you lived in.

είναι αργά

•Φεβρουαρίου 6, 2010 • 1 σχόλιο

Kαμμιά φορά, για να περάσει η ώρα, κάθομαι και σκέφτομαι πως να σαι άραγε. Που σε βρήκαν τα γράμματα μου, και πότε. Αν τα διαβάζεις με χαρά, κι αν πέφτουν πάντα στα ίδια χέρια. Σκέφτομαι αν ξέρεις πως οι δύο πόλοι δεν θα συναντηθούν ποτέ, πως εγώ θα πεθάνω στο νησί και εσύ θα μείνεις εκεί που βρίσκεσαι. Ολα θα τελειώσουν, χωρίς ποτέ η επικοινωνία να γίνει αμφίδρομη, χωρίς να ικανοποιηθεί ποτέ η φυσική περιέργεια. Ετσι κι αλλιώς και να θέλες, που θα μπορούσες να μου στείλεις απάντηση? Ο ωκεανός είναι τεράστιος, τα κύματα απρόβλεπτα κι εγώ δεν έχω δει ταχυδρόμο από τότε που ναυάγησα εδώ. Δεν έχω δει κανέναν για την ακρίβεια, πέρα απ΄ τα σύννεφα που φιλοξενώ πότε πότε και τα λέω ανθρώπους. Τώρα βέβαια εσύ άνθρωπος είσαι, αλλά και πάλι δεν ξέρω τίποτα για σένα, ούτε καν την ύπαρξη σου μπορώ να επιβεβαιώσω. Υποθέτω μονάχα, πως δεν μπορεί, όλα κάποτε κάπου φτάνουν. Οτι οι λέξεις πετάνε σαν τα περιστέρια κι όταν βρουν στεριά πάνε και δίνουν το μήνυμα τους. Απ’ την άλλη φυσικά,  θα μπορούσαν να φτάσουν όλα αυτά σε σένα χρόνια πολλά αφού θα έχω εξαφανιστεί, να ψάξεις και να βρεις το νησί έρημο. Θα μπορούσε ακόμα, τα μπουκάλια να πέσουν στα χέρια παιδιών που θα πετάξουν το χαρτί στα σκουπίδια και θα κρατήσουν το μπουκάλι για σκοποβολή. Είναι τόσα αυτά που μπορούν να συμβούν και κανένα δεν είναι όμορφο.. Μετά σταματάω να σκέφτομαι που πάνε τα γράμματα μου και αν φτάνουν στα χέρια σου, γιατί έμαθα να ζω στο νησί και είναι αργά πια. Δεν έχει φως αρκετό, ούτε εγώ διάθεση και με παίρνει ο ύπνος.

Χρυσορόδινη

let your soul take you where you want to sing

•Φεβρουαρίου 5, 2010 • Γράψτε ένα σχόλιο

Απ’ το νησί αυτό οι μόνοι που καταφέρνουν να δραπετεύσουν κάποιες φορές είναι οι λέξεις και μερικές νότες. Δεν ξέρω αν τις παίρνει το κύμα και τις φέρνει σε σένα, να δουν στεριά και να χορτάσουν ανθρώπους, ή χάνονται στη θάλασσα, όμως εγώ όποτε μπορώ ανοίγω τα χέρια μου και τις αφήνω να φύγουν. Καθώς περνάνε οι μέρες/έτη αυτού του νησιού, τις βλέπω να γυρνάνε γύρω απ’ τα πόδια μου στην αρχή σαν χαρούμενα σκυλάκια που θέλουν να παίξουν και μετά γίνονται σωρός από φύλλα πεθαμένα του φθινοπώρου, που στο τέλος καίω το βράδυ για να ζεσταθώ. Το πρωϊ μαζεύω τις στάχτες και σου στέλνω, κι όσα φύλλα σκόρπισε η φωτιά, αρνούμενη κι αυτή ακόμα να λυτρώσει τις λέξεις απ’ τη φυλακή τους. Ισως εσύ δε βγάζεις νόημα απ’ τις στάχτες και μερικά φύλλα, αλλά τα τραγούδια πρέπει, δεν μπορεί, να τα καταλαβαίνεις. Ζω με την ελπίδα πως διακρίνεις μέσα τους την άνοιξη, και το ζεστό καλοκαίρι, πως βλέπεις και τη θλίψη του φθινοπώρου μου και πόσο κρυώνω το χειμώνα… Ελπίζω μόνο να χαμογελάς όταν ανθίζουν μπροστά σου οι λέξεις μου και όταν γεμίζουν καρπούς. Αλλιώς τίποτα δεν θα χε νόημα καθώς no one would listen..

Χρυσορόδινη

εγώ τον πόνο μου έκανα νησί

•Φεβρουαρίου 3, 2010 • Γράψτε ένα σχόλιο

Κάθε που η θάλασσα ξεβράζει ένα μπουκάλι ή κάποιο παλιόχαρτο, τα φυλάω σαν θησαυρούς. Περνάνε οι εποχές πάνω μου μέρα με τη μέρα, αλλά αυτά τα θάβω βαθειά στην άμμο και τα κρύβω. Οταν δεν αντέχω άλλο, σκάβω βγάζω ένα και σου γράφω. Να φύγουν οι λέξεις από πάνω μου, μήπως και με το στοιχειώδες βάρος τους παρασύρουν και αυτό που κάθεται στους ώμους μου τόσο καιρό. Σήμερα θέλω να σου γράψω για τα σύννεφα. Αυτά που περνάνε καμμιά φορά πάνω απ’ το νησί και σκιάζουν για λίγο, μετριάζουν τη ζέστη κι αν είμαι τυχερή, βρέχει να πιω γλυκό νερό και να νομίσω πως ξεπλύθηκα απ’ την αλμύρα. Τα αγαπάω αυτά τα σύννεφα σαν ανθρώπους. Τους δίνω ονόματα και αφήνομαι να με χαϊδέψουν για λίγο. Αφήνομαι στην υγρασία της σύστασης τους, σαν σε χέρια αγαπημένου, να γίνεται η υγρασία σταγόνες και να κυλούν στο στόμα και στο σώμα μου. Τους μιλάω και κάνω πως ακούω να μου απαντάνε στίχους και υποσχέσεις πως θα μείνουν εδώ τριγύρω, να φέρνουν λίγη δροσιά και νερό. Μα πιο πολύ αγαπάω πάνω τους που με κάνουν να ονειρεύομαι με τα σχήματα τους. Αλλο είναι σαν δέντρο κι άλλο σαν φούσκα, άλλο σαν ελέφαντας με μακρυά προβοσκίδα και άλλο σαν αυτοκίνητο με κουκούλα. Ανοίγει τότε κάπου βαθειά πολύ μες την ψυχή μου ένα κουτί από μολύβι και βγαίνει το μικρό χαμόγελο που κρατάω για ειδικές περιπτώσεις. Καθώς πεταρίζει γύρω γύρω σαν πεταλούδα, ανοίγουν και τα πνευμόνια μου κι αναπνέω λιγάκι ελεύθερα. Τότε περισσότερο μου έρχονται λέξεις να γράψω (ίσως γι’ αυτό δεν παρασέρνουν το βάρος από πάνω μου, γιατί είναι ελαφρές οι λέξεις της αγάπης). Θέλω να βγάλω και να φορέσω χρώματα και ήχους, να κοιμηθώ ανακουφισμένη. Μα τα σύννεφα είναι πάντα περαστικά απ’ το νησί και σύντομα φεύγουν ή τα διαλύει ο δυνατός ήλιος. Δίνουν την ελάχιστη βροχή που διαθέτουν και μένει μόνο ατμός ευάλωτος στη δυνατή ακτινοβολία. Μη με παρεξηγήσεις αλλά τα έχω λατρέψει αυτά τα σύννεφα, ακόμα και τη στιγμή που όλοι με κοιτάζουν με μισό μάτι γιατί τους τραγουδώ. Δεν με νοιάζει.

Χρυσορόδινη

la isla bonita

•Φεβρουαρίου 1, 2010 • 1 σχόλιο

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα νησί. Με λευκή αμμουδιά κι έναν φοίνικα στην μια άκρη. Δεν γεννήθηκα με την ακριβή έννοια του όρου, περισσότερο ναυάγησα εκεί, αλλά η ζωή όπως την ξέρω για μένα εκεί άρχισε. Ζούσα τρώγοντας όνειρα και εικόνες, δημιουργήματα της φαντασίας και σύννεφα περαστικά που έμοιαζαν με κάτι που αγαπούσα. Ελεγα πως κάνω ηλιοθεραπεία κάτω απ’ τον ήλιο κι ας ξεφλούδιζε το δέρμα μου, πλενόμουν με αλμυρό νερό να μυρίζω καλοκαίρι και τα βράδυα κοιμόμουν ακουμπισμένη στον φοίνικα, παριστάνοντας πως υπήρχε άλλος ένας στην άλλη άκρη και εγώ ξάπλωνα σε μια αναπαυτική αιώρα. Τα μεσημέρια καθόμουν και μετρούσα τις απώλειες για να περάσει η ώρα κι αυτές ζουζούνιζαν στα αφτιά μου σαν τζιτζίκια. Μέτραγα ανθρώπους και πόλεις που χαθήκαν, μέτραγα ζώα εξωτικά που που βρίσκονταν στο νησί πολύ πριν πάω εγώ, μέτραγα δείγματα πολιτισμού μεταμφιεσμένα σε ηλεκτρικές συσκευές. Μέτραγα τα καράβια που με προσπερνούσαν αγνοώντας την αγωνία και την ύπαρξη μου, μέτραγα την συνείδηση, πως και σήμα να έκανα δεν θα μπορούσαν να με δούν σε σχέση με τον ουρανό, κι έβρισκα την συνείδηση μεγαλύτερη. Μέτρησα όλους τους κόκκους της άμμου στο τέλος. Ακόμα κι αυτούς που πήρε το κύμα. Οταν δεν έμεινε τίποτα άλλο να μετρήσω άρχισα να γράφω παντού.  Εγραψα στα σύννεφα, έγραψα στα κύματα , στην άμμο. Εγραψα στα χέρια μου, στην πλάτη μου, στις γάμπες. Εμοιαζαν οι λέξεις σαν φλέβες που διατρέχουν τα μέλη, αλλά εγώ ήξερα πως έλεγαν κάτι, κάτι συγκεκριμένο που μόνο εγώ μπορούσα να διαβάσω. Μετά άρχισα να ακούω φωνές να λένε πως μ’ αγαπούν και με χαϊδεύουν, πως θα με κρατάνε αγκαλιά τα βράδυα ή πως θα πάμε σινεμά απόψε. Τις άκουγα και τσακωνόμουν μαζί τους για να τις κάνω πιο υπαρκτές μες το μυαλό μου. Κάθε χρονιά μου κράταγε μια μέρα και πάντα το πρωϊ ήταν χειμώνας. Μέχρι το βράδυ είχε τελειώσει και το φθινόπωρο στο νησί και ξαναξύπναγα παγωμένη το πρωϊ. Τώρα γράφω σε σένα, σ’ αυτό το χαρτί που ξέβρασε η θάλασσα και το πέταξα πίσω με το μπουκάλι..

Χρυσορόδινη

θέλω να μου κάνεις, αυτό που κάνει κι η άνοιξη στις κερασιές..

•Ιανουαρίου 31, 2010 • Γράψτε ένα σχόλιο

Η Χρυσορόδινη ήταν περίεργο πλάσμα, ποτέ δεν μπορούσες να πεις με σιγουριά αν ήταν φωτιά ή αέρας. Αλλοτε φύσαγε σαν δροσερό αεράκι, να πάρει μακρυά τις έννοιες σου κι άλλοτε σαν λυσσασμένος αέρας να κατεβάσει ολόκληρα βουνά. Μια σιγόκαιγε, τόσο λίγο, τόσο ταπεινά που ίσα έβλεπες τη φλόγα στο σκοτάδι, κι άλλοτε έπαιρνε και φούντωνε σαν πυρκαγιά και έκαιγε τα πάντα στο πέρασμα της. Μια φορά μονάχα την άκουσα να τραγουδάει,  και το τραγούδι της ήταν κάπως έτσι :

θα περνάω μέσα απ τα καλώδια και θα ρχομαι
θα γίνομαι ηλεκτρομαγνητικός παλμός
να φτάσω στα δικά σου καλώδια
και στα δικά σου πλήκτρα
θα ανεβαίνω μέχρι τα δάχτυλα σου
κι απο κει στο λαιμό σου
θα κυλάω σα σταγονα στο στηθος σου
θα γινομαι μια μικρη καυτη σταγονα που θα κατεβαίνει στην κοιλιά σου
παχύρευστη
για να κυλάω αργα
να σταματάει στη βάση
και να γίνεται μετά καπνός
που θα εκτοξεύεται μέχρι το μυαλο σου
ατμός βίαιος
να υγροποιούμαι ξανά στην πλάτη σου
να τρέχω σαν νερό μέχρι τα ποδια σου
να φυτρωνω στα χέρια σου και να βγάζω κλαδιά γυρω σου
σαν εχεις χωμα και σπορος να σαι θα φυτρώσεις και θα γίνεις δεντρο..
και εισαι η γη μου
κι αν εισαι καρβουνο
θα γινω σπίθα
να φτιαξουμε φωτια
κι αν εισαι πέτρα
θα γινω κύμα να φτιάξω μια λακουβα μέσα σου
να γινουμε λιμνη
μπορεί και θαλασσα
αν εισαι βουνό
θα γίνω και δέντρο γιατι θα κρατας τις ρίζες μου
και ωκεανός να με περικλείσεις
αν εισαι ανεμος μονάχα μη φυσηξεις…
γιατι ειμαι συννεφο και θα διαλυθω..

Σαν γράμματα γράφτηκαν στην άμμο μπροστά της οι λέξεις του καθώς την πλησίασε και της είπε  καθώς τέλειωνε το τραγούδι:

- δεν μας καταλαβαίνουν = μας φοβούνται

Κι εσύ μαζί, ψιθύρισε η Χρυσορόδινη, κι έμοιαζαν τα λόγια  της με μέρες σιωπής..