words

•Ιουλίου 5, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

Τελευταία αποφεύγω τις λέξεις.  Δεν διαβάζω και δεν γράφω. Οι περισσότεροι σε αυτές τις περιπτώσεις θα σκεφτούν πως ίσως δεν έχουν να μου πουν πολλά. Μα το αντίθετο συμβαίνει, κρύβουν μέσα τους τόσα πολλά, που δεν θέλω να τα ξέρω. Γιατί δεν γράφω παρά μόνο για τον εαυτό μου, και οι άλλοι δεν είναι παρά η ασφαλιστική δικλείδα που με κάνει να μη τα σβήνω μετά.

Προσπαθώ απελπισμένα λοιπόν, να αποφύγω τις λέξεις, να μη μάθω αυτά που τόσο επιμελώς προσπαθώ να κρύψω από τον εαυτό μου, τον κόσμο εκείνο που κοιτάω μόνο κλεφτά γιατί δεν τον αντέχω. Ούτε με την όμορφη ούτε με την δυσάρεστη της πλευρά με καλύπτει η πραγματικότητα, η όμορφη μοιάζει με ψέμμα και η δυσάρεστη αναπότρεπτη.

Πάνε να βγούνε οι λέξεις από το στόμα μου, να τις γράψουν τα χέρια μου και να τις διαβάσουν τα μάτια μου και αποτραβιέμαι μακρυά τους. Προτιμάω να ακούω τραγούδια, που το νοήμα έρχεται γλυκόηχο και λιγότερο απειλητικό μέσα μου. Προσποιούμαι πως πρόκειται για την ιστορία κάποιου άλλου, για ένα ταλέντο ταγμένο στην εμπορική πραγματικότητα και ησυχάζω. Ούτε τα καλά ούτε τα άσχημα με αγγίζουν τόσο πολύ, και για όσο κρατάει ένα τραγούδι μπορώ να είμαι ερωτευμένη, ή να κλαίω, ή να παρηγοριέμαι.

Τις αποφεύγω τις λέξεις, τις αφήνω στην ερημιά της λήθης, μα αυτές πάντα βρίσκουν τον δρόμο και γυρνάνε πίσω σε μένα..

ο βυθός ανήκει στα ψάρια του

•Ιουλίου 3, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

Οταν η πραγματικότητα δεν παλεύεται φτιάχνεις μικρές ή μεγαλύτερες όμορφες φούσκες, να τις χρησιμοποιείς σαν σκάφανδρο να παίρνεις οξυγόνο. Βουτάς έτσι ξανά και ξανά στο βυθό, κάνεις όλα όσα πρέπει να κάνεις, ακόμα κι αυτά που κανένα νόημα δεν έχουν, προσπαθείς να παραμείνεις άνθρωπος στο μέτρο που αυτό σου επιτρέπεται και βγάζεις την κάθε μέρα ξεχωριστά.

Ο βυθός αυτός, δείχνει κάποιες φορές μαγευτικός. Εξωτικά ψάρια, τεράστια κήτη ταξιδεύουν στα ρεύματα του, περίεργα φυτά και κοράλια, αλλού άμμος κι αλλού πέτρες, μα ξέρεις πως αν το νερό μπεί στα πνευμόνια σου θα πεθάνεις. Ο βυθός της πραγματικότητας ανήκει στα ψάρια του κι εσύ κάπου αλλού. Το τι είναι αυτό δεν έχει σημασία, αρκεί που ξέρεις πως μπορεί να πνιγείς αν δεν προσέξεις.

Μέσα  από τη φούσκα/σκάφανδρο όμως, μπορείς να συμμετέχεις για λίγο κάθε φορά στην πραγματικότητα σαν να ήσουν  μέρος της. Μπορεί κάποτε και να υπήρξες μέρος της, να ‘σουν μια γοργόνα ας πούμε, που απαρνήθηκε τα κύμματα για χάρη μιας αγάπης, να φύτρωσαν πόδια στη θέση της ουράς, και πνευμόνια αντί για βράγχια. Γεγονός είναι πάντως,  πως τώρα δεν είσαι πλάσμα του βυθού. Χρειάζεσαι τη φούσκα για να τον δεις και να τον περπατήσεις.

Οταν αρχίζει να τελειώνει το οξυγόνο μέσα στη φούσκα αυτή, στο μικρό κομμάτι κόσμου που έφτιαξες για τον εαυτό σου δηλαδή, το καταλαβαίνεις επειδή αρχίζεις να κουράζεσαι. Τα μέλη σου γίνονται βαριά και δεν σε ακολουθούν, οι ανάσες σου πονάνε…

να φύγετε, να πάτε αλλού!

•Ιουλίου 1, 2009 • 4 σχόλια

Δεν είχα σκοπό σήμερα να γράψω σχετικά με την περίφημη απαγόρευση καπνίσματος σε δημόσιους κλειστούς χώρους κλπ, αλλά με παρέσυρε το σχόλιο κάποιας γυναίκας, σε σχετική δημοσίευση στο facebook μιας πολύ αγαπημένης φίλης. Κάτι υπήρχε στο σχολιασμό της, μάλλον το ύφος και το απόλυτο του πράγματος, της άποψης της, που στην κυριολεξία έκανε τα μάτια μου να γυαλίσουν. Οχι για κανέναν άλλο λόγο, ούτε γιατί ξέρω την συγκεκριμένη γυναίκα, αλλά με ενοχλεί η διπλή και τριπλή κοροϊδία γύρω απ’ αυτά τα θέματα.

Θα περίμενα δηλαδή σε χώρες όπως η Αγγλία και οι ΗΠΑ, από τις οποίες και ξεκίνησε η συγκεκριμένη απαγόρευση, να δείξουν μεγαλύτερη “ευαισθησία” σε αυτό που είναι η πραγματική πληγή στην κοινωνία τους και στην υγεία των συνανθρώπων τους, δηλαδή το αλκοόλ. Προσωπικά, δεν ξέρω κανέναν καπνιστή που είτε επειδή ξέμεινε από τσιγάρα είτε επειδή κάπνισε πάρα πολλά, να γίνει επικίνδυνος για τους φίλους και την οικογένεια του, ούτε αυτή του η συνήθεια να παρεμβληθεί στις κοινωνικές και επαγγελματικές του δραστηριότητες. Αντιθέτως, ξέρω πάρα πολλούς που κάτω από την επήρεια αλκοόλ, έχουν προκαλέσει τροχαία δυστυχήματα, έχουν γυρίσει σπίτι και έχουν σπάσει στο ξύλο ή/και σκοτώσει  τη γυναίκα και τα παιδιά τους, έχουν κλέψει, έχουν χάσει τη δουλειά και τελικά και την υγεία τους. Μην κάνετε το λάθος να φανταστείτε πως με αυτά θέλω να δικαιολογήσω τη συνήθεια του καπνίσματος, είναι βλαβερή και στο μέτρο που μπορεί ο καθένας μας πρέπει να την αποφύγει ή να την διακόψει και σαφώς να προσέξει ιδιαίτερα τι παράδειγμα δίνει στους νεότερους. Αλλά και πάλι θα προτιμούσα να ληφθούν πρώτα μέτρα για το αλκοόλ και μετά για το κάπνισμα. Στο κάτω κάτω, ο παθητικός καπνιστής έχει την επιλογή αν τον ενοχλεί ο καπνός να απομακρυνθεί από την πηγή της ενόχλησης του. Ο άτυχος όμως διαβάτης ή διερχόμενος με το αυτοκίνητο του στο δρόμο του μεθυσμένου οδηγού, δεν έχει αυτή την επιλογή.

Θα μου πείτε βέβαια το σύστημα υγείας της κάθε χώρας δεν το βλέπει έτσι. Γιατί σου λέει, τα έξοδα για την περίθαλψη των ασθενών καπνιστών είναι τεράστια κι όταν πεθαίνουν είναι και τα περισσότερα όργανα τους άχρηστα. Ενώ αυτοί που σκοτώνονται στα ατυχήματα από τους ασυνείδητους που πίνουν και οδηγούν, κοστίζουν λιγότερο και αφήνουν και ένα σωρό όργανα για μεταμοσχεύσεις σε καλή κατάσταση. Είναι ένα γεγονός αυτό..

Ενα άλλο γεγονός είναι πως δεν μπορούμε έτσι εύκολα να ορίσουμε και να περιορίσουμε την ομάδα εκείνη ανθρώπων που ο εθισμός τους, που είναι κατά βάση ψυχολογικός και λιγότερο ουσιοεξαρτώμενος, δημιουργεί προβλήματα στους υπόλοιπους. Πάρτε για παράδειγμα τους χοντρούς ανθρώπους. Αμφιβάλλετε πως πρόκειται για έναν εθισμό στο φαϊ? Πως η μανία τους να γεμίσουν το κενό της κοιλιάς τους δεν είναι παρά μια ασίγαστη ανάγκη να γεμίσουν το κενό της ζωής τους? Αυτούς γιατί πρέπει να τους αφήνουμε να βγαίνουν στις παραλίες? Και να ενοχλούν την αισθητική των υπολοίπων? Γιατί τους επιτρέπουν να κάνουν παιδιά, να “καταναλώνουν” στην κυριολεξία σαν φαί τους ανθρώπους γύρω τους και να τους οδηγούν σε άλλες κακές συνήθειες προκειμένου να απελευθερωθούν απ’ αυτούς? Οι πωλήτριες γιατί τους πουλάνε κοντά μπλουζάκια και στενά τζήν? Γιατί τους επιτρέπεται να γράφουν και να ξεχύνουν την πίκρα και τη χολή τους παντού? Γιατί τους επιτρέπουν να μας κοροϊδεύουν μέσα στα μούτρα μας λέγοντας πως παχαίνουν με αέρα, και πως να, αυτοί ένα γιαουρτάκι τρώνε μόνο το βράδυ? (προφανώς μετά το βόδι για χώνεψη). Γιατί μαντάμ π.χ. πέφτετε με δύναμη στη θάλασσα και σηκώνετε τσουνάμι από τα απόνερα? Γιατί κρίνετε μικρή μου ιπποπόταμος όλους τους άλλους ως ανορεκτικούς?

Καταλάβατε? Αν είναι να αρχίσουμε αυτού του είδους την κατηγοριοποίηση των ανθρώπων χαθήκαμε… Γιατί μετά το τραγικό είναι το γελοίο.

στον Πειραιά

•Ιουνίου 28, 2009 • 1 σχόλιο

Στον Πειραιά και τα πλακάκια των δρόμων παίζουν μουσική.  Δρόμοι ερωτευμένοι και παγκάκια απελπισμένα, δέντρα που τραγουδούν νοσταλγικά και είσοδοι πολυκατοικιών που λένε τραγούδια γι’ αυτούς που φύγαν. Στον Πειραιά όλα είναι μουσική. Υπάρχουν νότες στο περπάτημα των ανθρώπων και στην καλημέρα που λένε, στα κορίτσια που μπαίνουν στα μαγαζιά και στα αγόρια που στήνονται και τις περιμένουν έξω από τα φροντιστήρια.

Στον Πειραιά όλοι τραγουδούν με το ραδιόφωνο. Η μάνα μου και η δική σου, η γιαγιά μου, ο θείος που ακούει παλιά τραγούδια. Τραγουδούν σιωπηλά και τα φαντάσματα αυτών που χάσαμε, μα ποτέ λυπητερά. Παίζει το ράδιο κι όλοι ακολουθούμε. Στον Πειραιά όλοι είμαστε ερωτευμένοι, στον Πειραιά όλοι πονάμε για κάτι κι όλοι τραγουδάμε.

Η μουσική ρίζωσε κάποτε στα βάθη του λιμανιού, άνθισε στο Πασαλιμάνι και στο Χατζηκυριάκειο, κάρπισε στο Δημοτικό, πέταξε κλαδιά στα στενά και φύλλα στις μονοκατοικίες που δόθηκαν αντιπαροχή. Ο,τι κι αν συμβαίνει στον Πειραιά θα το καταλάβεις από την μουσική, αν στήσεις αφτί είναι εκεί και όλα τα λέει..

midsummer nightmare

•Ιουνίου 24, 2009 • 3 σχόλια

Οταν η άνοιξη απέτυχε να έρθει εκείνη την χρονιά, το καλοκαίρι δεν είχε που να σταθεί. Προσπάθησε να μπει από την μπροστινή πόρτα και την βρήκε παγωμένη και μανταλωμένη. Εψαξε για κάποιο παράθυρο ανοιχτό, μα όλα ήταν κλειδωμένα με βαριές κουρτίνες να κρέμονται ακόμα μέσα απ’ τα τζάμια, να κόβουν τον αέρα. Εκανε το γύρο του σπιτιού και τέλος βρήκε μόνο μια μικρή είσοδο για την πίσω αυλή. Στοιβαγμένα σκουπίδια και παλιά έπιπλα εκεί, δεν είχε χώρο να φυτρώσουν ούτε λουλούδια, ούτε φρούτα να καρπίσουν. Ολα έμοιαζαν παράταιρα, παράξενα και σαστισμένα. Είχε αρκετό φως χωρίς να έχει ήλιο, πρασινάδα χωρίς καρπούς, θάλασσα χωρίς βότσαλα να γλυστράνε απαλά στο κύμα.

Το καλοκαίρι έμεινε κι αυτό παραξενεμένο στην πίσω αυλή να κόβει βόλτες. Το σπίτι άρχιζε όλο και περισσότερο να θυμίζει νεκρό που δεν τον ανακάλυψε κανείς, ούτε μια χαραμάδα δεν υπήρχε να χωρέσει το καλοκαίρι, να στριμωχτεί έστω στην κουζίνα του σπιτιού. Σαν να γέρασε ξαφνικά ο χρόνος μέσα σε μια μέρα, έτσι έδειχναν όλα. Αυτό που θα μπορούσε να ήταν το απώγειο της ωριμότητας και της ομορφιάς, ο χρόνος που θα έδινε τα πιο παραγωγικά δώρα, όλα πήγαν και τερμάτισαν σε έναν λανθάνοντα χειμώνα προσπερνώντας και την νιότη και την ωριμότητα ακόμα και τη σταδιακή απόσυρση του φθινοπώρου της ζωής.

Το καλοκαίρι στοίχειωσε στην αυλή, παρέα με τα παλιά έπιπλα και τα σκουπίδια. Στο τέλος, το βρήκαν παγωμένο και άκαμπτο μέσα σε έναν ατέλειωτο χειμώνα που έμοιαζε να μην έχει αρχή και τέλος.

έλα να ξαναλέμε τα ίδια χίλιες φορές

•Ιουνίου 22, 2009 • 4 σχόλια

Ποτέ μου δεν χώνεψα τους παπάρες. Ετσι όπως το ακούτε και με τη γλώσσα που τους ταιριάζει. Στο μικρόνοο εγωϊστικό τους σύμπαν, τα πάντα έχουν σχέση με αυτούς, απ’ αυτούς ξεκινούν όλα και σ’ αυτούς καταλήγουν. Αν ψάξεις θα βρεις πως για όλα φταίει μια ανασφάλεια τόσο προφανής, που στην αρχή την προσπερνάς πιστεύοντας πως δεν μπορεί να συμβαίνει. Ισως κιόλας, γιατί δεν δέχεσαι για τον εαυτό σου, να κρίνει τους άλλους από τα φυσικά τους “ελαττώματα” και μην παραβλέψετε τα εισαγωγικά παρακαλώ.

Γιατί όλοι κάτι έχουμε που δεν συμπορεύεται με τα στερεότυπα εμφάνισης και συμπεριφοράς που ορίζουν το τέλειο, αλλά μαθαίνουμε να ζούμε με αυτά. Δεν φτιάχνουμε γύρω τους τεράστιες ανασφάλειες, ούτε τα προβάλλουμε στους άλλους για να νιώσουμε καλύτερα. Κάποιοι, έχουμε αρκετή αυτοσυνείδηση, για να εντοπίζουμε τις ανασφάλειες μας τουλάχιστον σε πιο βαθειά θέματα, σε πραγματικά προβλήματα και όχι στην επιφάνεια αυτού του κόσμου.

Οι μικρόνοοες φίλοι μας όμως, θα διαπιστώσετε αν παρατηρήσετε, πως είναι κατά πλειοψηφία κοντοί, άσχημοι, κακοχυμένοι, ασουλούπωτοι, αμόρφωτοι, ακαλλιέργητοι, άξεστοι και δήθεν. Στο στενό εγωϊστικό τους σύμπαν όμως, αυτά αρκούν για να ανάψουν φωτιές στον εγωϊσμό τους αλλά όχι και στην μειωμένη αντιληπτική τους ικανότητα. Θεωρούν εαυτούς έξυπνους, μάγκες, πονηρούς έστω, και τους προσδιορίζει ένας τσαμπουκάς, που καθώς δεν διαθέτουν τα “φτερά” του ανέκδοτου, δεν τους επιτρέπει να πετάξουν σε ώρα ανάγκης.

Εγώ λοιπόν αυτούς τους παπάρες ποτέ μου δεν τους χώνεψα. Οχι γιατί είμαι τέλεια, αλλά γιατί τουλάχιστον είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου.