header image
 

χνάρια

.

Το πάτημα του λιονταριού, που βρήκα στα σκαλοπάτια το πρωϊ, είναι δικό μου. Είμαι εγώ, που απρόσεχτη, άφησα τα ίχνη μου από τον ένα κόσμο στον άλλο, καθώς περιδιάβαινα τα σκοτάδια να μην αφήσω κανέναν να σε πειράξει. Είναι ίχνος σιωπής βαριάς, που πέφτει πριν χιμήξω να χώσω τα νύχια μου σε κρέας σαθρό, που δεν πρέπει να υπάρχει. Πριν ποτίσω με το αίμα τη γη που διψάει να γεννηθεί ξανά.

Το πάτημα του λιονταριού, που βρήκα στα σκαλοπάτια το πρωϊ, είναι δικό σου. Είσαι κι εσύ, και όλη η αγέλη, που περπατάτε στα μονοπάτια μου, άλλοτε κυνηγώντας, κι άλλοτε ράθυμα περνώντας τον χρόνο αγναντεύοντας τους ορίζοντες για σημάδια. Είναι το ίχνος σου, που έρχεσαι να με συναντήσεις την ώρα που κοιμάμαι, να με πάρεις και να τρέξουμε μαζί στις σαβάνες του κόσμου, να ακουστεί ο βρυχηθμός, σαν βροντή, σαν κεραυνός που διώχνει τις σκιές.

Το πάτημα του λιονταριού, είναι η σφραγίδα. Είναι ο όρκος που εκπληρώνεται, είναι ο στόχος που μορφοποιείται. Το πάτημα του λιονταριού, είναι η φωτογραφία στα σκαλοπάτια, του κόσμου που υπάρχει πίσω από το πέπλο, ή ίσως και η σκιά του καθώς πέφτει το φως πάνω του. Είναι η ανάμνηση μέσα στην μέρα, πως περπατάμε πάνω στη γή.

μια ιστορία για τον μπέμπη

.

Παλιά, πολύ παλιά, τότε που όλα είχαν πρόσωπο, η Γη και ο Ουρανός ήταν ζευγάρι. Περπάταγαν αγκαλιασμένοι μέσα στο στερέωμα, κι αυτή τις νύχτες ριγούσε ολόκληρη από την αγάπη τους κι όλο και κάτι γένναγε μέχρι το ξημέρωμα. Πότε ένα νέο είδος πουλιού, πότε ένα φυτό πελώριο, πότε ένα ολόκληρο βουνό. Στο τέλος γέννησε και τον άνθρωπο. Μα αυτός, γρήγορα ζήλεψε τα άλλα του αδέρφια, κι άρχισε να τα κυνηγάει. Νόμιζε πως έτσι, θα έχει μονάχος την αγάπη των γονιών του και στο τέλος από τους πολλούς σκοτωμούς τρελλάθηκε. Τα έβαλε με τους όμοιους του, και μετά με την ίδια τη Μάνα και τον Πατέρα του.

Κι ενώ ο κόσμος μέχρι τότε ήταν ενιαίος, πλάσματα του Ουρανού και παιδιά της Γης ζούσαν μαζί, άρχισαν να ξεχωρίζουν. Σε μια κρίση επάνω ο άνθρωπος, μανιασμένος απ’ τη ζήλεια του, πλήγωσε τον ίδιο τον Ουρανό και άνοιξε μια τεράστια τρύπα σ’ αυτόν. Αυτός τότε, απομακρύνθηκε πονεμένος και η Γη στριφογύριζε από ανησυχία στο κενό της αγκαλιάς του κάθε βράδυ. Ο άνθρωπος ευχαριστημένος, αποκήρυξε τον Ουρανό για πατέρα του, και δεν πίστευε καθόλου στην αγάπη που κάποτε τον γέννησε.

Ομως ο Ουρανός στα κλεφτά, πότε πότε, σκύβει και φιλάει την Γη, την χαϊδεύει και την παρηγορεί που τα παιδιά της εξαφανίζονται ένα ένα και της υπόσχεται πως δεν θα αργήσει η μέρα που θα ενωθούν ξανά. Κι αυτή ριγάει ολόκληρη στο άγγιγμα του, σαν να μη χώρισαν ποτέ. Εκείνες τις στιγμές ο άνθρωπος φοβάται, κι όχι άδικα..

once upon a dream

.

Kαταλάβαινε πως αυτός έχει απομακρυνθεί, όταν τέντωνε η χρυσή χορδή που τους ένωνε, ακριβώς κάτω απ’ το διάφραγμα. Ηταν σαν να ξεριζώνει κάποιος την ανάσσα της εκείνη την στιγμή, κι έστρεφε με αγωνία να δει που ήταν. Θα έκανε όσα βήματα μπρός ή πίσω χρειαζόταν, θα έτρεχε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση για να μειώσει τα χιλιόμετρα που τους χώριζαν, για να αναπνεύσει ξανά. Και δεν ήταν οποιαδήποτε χιλιόμετρα αυτά.

Η απόσταση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, θα έλεγε κανείς πως είναι μάλλον αγεφύρωτη. Μα όταν μπορείς να δεις τη χορδή, μπορείς να δεις το όνειρο να στραφταλίζει λίγα εκατοστά πιο πέρα από τον κόσμο της βεβαιότητας, φτιάχνοντας ένα διπλό που στην αρχή μοιάζει διάφανο και άϋλο, όμως στην αλήθεια είναι πιο απτό, πιο ουσιώδες από το χώμα που πατάμε. Υπάρχει άλλος ένας κόσμος, παρόμοιος μ’ αυτόν, λίγα εκατοστά πιο κεί κι αυτός. Πολύχρωμος και έντονος πολύ, που σου ξυπνάει κάθε λογής επιθυμίες κι αν αφεθείς, η έλλειψη τους μπορεί να σηκώσει τους πιο παράλογους φόβους. Ομως, είχε μάθει να ξεχωρίζει αυτούς τους κόσμους, το ψέμμα, από την ψευδαίσθηση, από το ανούσιο, από το εφήμερο, από το αληθινό.

Ας γυρίσουμε όμως στην χορδή. Ετσι και τώρα, την ένιωθε να τεντώνεται σαν να πρόκειται να σπάσει. Την έβλεπε να λαμπυρίζει κάτω απ’ το φως του υλικού κόσμου, να φωτίζει εκτυφλωτικά στον κόσμο που ανήκε. Εψαξε να βρει προς τα που είχε απομακρυνθεί αυτός. Δεν ήταν δύσκολο, ακολούθησε τα βήματα του να τρίζουν στη γη. Εστρεψε τη συνείδηση της λίγα εκατοστά πιο κει, και βρέθηκε να κρατά την καρδιά του στα χέρια της..

το χάσμα

.

Αφού γύρισε όλο τον κόσμο να τον ψάχνει, έφτασε κάποτε στην άκρη του, Κι εκεί, να, ένας γκρεμός κάθετος, καμμιά εικοσαριά μέτρα ψηλός, και από κάτω να απλώνεται η πιο όμορφη, η πιο διάφανη πράσινη λίμνη. Τα νερά της ήταν εντελώς ακυμάτιστα, και μόνο κάποιο ρυάκι, που έφτανε σ’ αυτήν κελαριστό, δημιουργούσε μπουρμπουλήθρες γεμάτες οξυγόνο εκεί που έπεφτε μέσα της. Τριγύρω ιτιές καταπράσινες και χλόη, λουλούδια του αγρού, κι ο ήλιος να λαμπυρίζει στην επιφάνεια της, σαν υγρό χρυσό.

Από την άκρη του γκρεμού, ήξερε, πως αυτό που αντίκρυζαν τα μάτια της, ήταν το μόνο αληθινό σημείο στο σύμπαν, το μόνο μέρος που θα μπορούσε να την βρει κι αυτός αν έψαχνε. Και πως όλο αυτό, δεν είχε καμμία σχέση με το έδαφος που τώρα πατούσε, την βεβαιότητα που ονομάζουμε πραγματικότητα, και που δεν ήταν παρά μια σκονισμένη αυταπάτη. Δεν υπήρχε ούτε μία περίπτωση, να σκεφτεί δεύτερη φορά αν αξίζει τον κόπο να βουτήξει στο χάσμα που κράταγε ξεχωριστούς τους δύο κόσμους. Ακόμα κι αν είχε όλη την αιωνιότητα για να ζήσει, τίποτα δεν θα άξιζε να ζεις, όσο ο κόσμος που απλωνόταν σαν σμαραγδένια λίμνη στο τέλος του χάσματος.

Αυτό και έκανε. Αφησε τον εαυτό της ελεύθερο σε μια βουτιά λυτρωτική, να περάσει το χάσμα, να βρεθεί εκεί που όλα ήταν Ουσία. Και τότε το πιο περίεργο πράγμα συνέβει. Το σώμα της αντί να επιταχύνει στην πτώση, άρχισε να επιβραδύνει. Στα μισά της απόστασης σχεδόν ακινητοποιήθηκε στον αέρα, με τα χέρια ανοιχτά να πλανάρει. Η πτώση, αν και δεν είχε πραγματικά σταματήσει, είχε γίνει ατελείωτη. Κι αυτή βρισκόταν τώρα, ανάμεσα στους δύο κόσμους, να αιωρείται δραματικά αργά προς τον τελικό προορισμό της. Με ένα σώμα που μόνο την καθυστερούσε, γιατί η ψυχή ήταν ελαφριά και μπορούσε να φτάσει γρηγορότερα, να περιμένει πότε θα ακουμπήσουν τα πόδια της στο δροσερό νερό..

ο Αληθινός

.

Θα κινήσω γη και ουρανό για να την βρω, είπε. Και σε κάθε του πάτημα η γη σειόταν πραγματικά. Ο καιρός είχε τρελλαθεί, και μια έκανε ζέστη, μια βαριά σύννεφα κάλυπταν τον ουρανό, χωρίς όμως να βρέχει παρά ελάχιστα. Οι άνθρωποι απορούσαν, γιατί κάθε σεισμός ήταν γι’ αυτούς ένα ξεχωριστό, συνταρακτικό φαινόμενο, που επηρέαζε τις ζωές και τις περιουσίες τους. Δεν μπορούσαν να φανταστούν, ότι τα βήματα αυτού που αγάπησε αληθινά, μπορούσαν να έχουν τέτοιο αποτέλεσμα.

Αυτή όμως, τελικά κατάλαβε. Κι ενώ στην αρχή αναρωτιόταν, γιατί τόσο πολύ τάραξε την ψυχή της η δόνηση αυτή, μετά δεν είχε παρά να αποδεχτεί την ικανότητα του Αληθινού, να ταρακουνάει τις ζωές μας. Θα μπορούσε φυσικά, να βγει και να πει σε όλους “μη φοβάστε και μην ανησυχείτε, είναι ο Αληθινός που έρχεται και η γη τρέμει”, αλλά τώρα δεν ήταν αυτό προτεραιότητα. Αν οι Ουρανοί επέτρεψαν να υπάρχουν μαζί στην ίδια γη, ήταν γιατί αυτό θα έκανε καλό σε όλους. Κι έτσι προσπάθησε να μείνει ακίνητη.

Σιωπηλή και σταθερή, απόλυτα βέβαιη και αφοσιωμένη σε αυτό που ήξερε, με όλη της την ψυχή να χτυπάει ρυθμικά στο σήμα που Αυτός θα καταλάβαινε καλύτερα, περίμενε. Θα είμαι εδώ, ψιθύρισε.. Ελα..

a usual day

.

Tα πρωϊνά τα πέρναγε συνήθως στο σπίτι. Διαβάζοντας, γράφοντας, ακούγοντας μουσική. Οταν ο ήλιος ανέβαινε κατακόρυφος και μέχρι να δύσει, έκλεινε τα παραθυρόφυλλα να μη μπαίνει η ζέστη, και παρακολουθούσε με αδιαφορία τις εικόνες στην τηλεόραση να περνάνε. Είχε πείσει τον εαυτό του, πως έπρεπε να ενημερωθεί για το τι συμβαίνει στον κόσμο, να παρακολουθήσει κάνα δυό ενδιαφέρουσες σειρές. Φυσικά, αυτό δεν ήταν απαραίτητο, γιατί κανείς δεν ήξερε για το τι συμβαίνει στον κόσμο, καλύτερα απ’ αυτόν, και σίγουρα καμμιά φανταστική ιστορία δεν είχε περισσότερο ενδιαφέρον από την καθημερινότητα του.

Αν κοίταζες κρυφά από τις γρίλλιες, τίποτα δεν θα σε παραξένευε στην εικόνα του. Με ένα απλό μπλουζάκι και τζιν, συνήθως ξυπόλυτος, πήγαινε κι ερχόταν κάνοντας απόλυτα φυσιολογικά πράγματα. Τίποτα που να σε προβληματίζει. Δεν είχε ανάγκη τα χρήματα, αλλά του άρεσε να δουλεύει κάποιες φορές σε ένα φροντιστήριο. Πήγαινε το πρωι και έμενε τελευταίος το απόγευμα μέχρι να κλείσουν. Ολοι είχαν να το λένε, πόσο φιλότιμος και εργατικός ήταν, πόσο αφοσιωμένος στην οργάνωση της επιχείρησης. Αυτόν όμως, περισσότερο τον ενθουσίαζε όλος αυτός ο κόσμος που έμπαινε κι έβγαινε, όλα αυτά τα νέα παιδιά γεμάτα ζωή και όνειρα για το μέλλον, που η μυρωδιά της προσμονής τους τον συγκλόνιζε. Ενιωθε σαν να δούλευε περισσότερο σε ζαχαροπλαστείο παρά σε φροντιστήριο.

Τα βράδυα, έκλεινε τα γραφεία με επιμέλεια, φρόντιζε να μείνουν καθαροί όλοι οι χώροι και έφευγε καλυμμένος με μια καλοφτιαγμένη ασημαντότητα. Καθώς έφευγε πάντα τελευταίος, απέφευγε τις πολλές συναναστροφές με τους υπόλοιπους υπαλλήλους και κράταγε τις αποστάσεις του. Αν είχε μείνει σπίτι πάλι, έκλεινε τον υπολογιστή και την τηλεόραση, άναβε κάπου στο δωμάτιο κάποιο πορτατιφ για να ακολουθήσει τη φυσική σειρά των πραγμάτων κι άρχιζε να ετοιμάζεται. Διάλεγε προσεκτικά τα ρούχα του, να χάνονται τα χρώματα τους και η υφή τους στο σκοτάδι κι έβγαινε. Με μια κίνηση του χεριού του, το φως έσβηνε, και θα έλεγε κανείς με βεβαιότητα πως είχε αποκοιμηθεί.

Ομως γι’αυτόν τώρα άρχιζε η μέρα. Δεν λυπόταν τα λεφτά, και μπορούσες σε ένα βράδυ να τον βρεις στα πιο απίθανα μέρη. Αλλοτε στην παραλία να πίνει μια μπύρα στα βράχια, και λίγο αργότερα σε πολύβουα κλαμπ και εστιατόρια. Κάπως έτσι κυλούσε όλη η βραδυά. Ο ασήμαντος, ο αδιάφορος άνθρωπος που ήταν όλο το πρωϊ, έδινε τη θέση του σε έναν γοητευτικό, κοινωνικό, όμορφο άντρα. Αν κατά το ξημέρωμα ένιωθε πως πεινάει, τσίμπαγε κάτι τόσο γρήγορα και τόσο ανώδυνα που δεν θα μπορούσες να το εντοπίσεις ακόμα κι αν προσπαθούσες. Πρόσεχε πάντα, να σκουπίζει το αίμα από την άκρη των χειλιών του με μια γρήγορη κίνηση, ή αν το είχε ευχαριστηθεί ιδιαίτερα, το έγλειφε με την γλώσσα του..