when you ‘re sad, dance

•Φεβρουαρίου 26, 2015 • Σχολιάστε

.

.

Μαύρες μέρες, σκοτεινές. Ενα βαρύ σύννεφο κρεμασμένο στον αέρα στη θέση του ήλιου και μια σελήνη ανύπαρκτη στον ουρανό. Να μη μπορείς να δεις ούτε στο σκοτάδι ούτε στο φως. Κι ένα κλαράκι μόνο του, ανάμεσα στα δέντρα, στη θέση μιας κοπέλας, να βρέχεται και να ξεραίνεται στον αέρα, να χάνει τους χυμούς του κάτω από τον ψυχρό ήλιο. Τόσο βαρύς χειμώνας και τόσο ψυχρός που ήταν, πέταξε και το τελευταίο φύλλο από πάνω της και νόμιζες πως πάει πέθανε. Δεν έβγαινε και ο ήλιος πια να χρυσίσει την επιφάνεια του ξύλου, να του δώσει ζωή ή έστω να το κάνει ελκυστικό, έλεγες πως μέχρι το καλοκαίρι θα διαλυθεί.

Πέρναγαν δίπλα στο κλαράκι οι λέξεις ξυστά. Με όλες τις καλές προθέσεις που κουβαλούσαν, προσπαθούσαν να φωτοσυνθέσουν για χάρη του. Αν δεν ακουμπήσεις όμως, να σκάψεις λίγο την επιφάνεια, να εισχωρήσεις εκεί που η καρδιά είναι ακόμα ζωντανή και πράσινη, δεν μπορείς να μεταδώσεις την ζωή. Εφταιγε και το κλαράκι γι’αυτό. Τόσο λεπτό, που φοβόσουν πως αν το ξύσεις θα κοπεί. Χειμώνας ατέλειωτος και ερημιά, περαστικοί οι λίγοι άνθρωποι στον δρόμο, βιαστικοί να φτάσουν στα σπίτια τους. Να σωθούν αυτοί από το άδικο της σκοτεινιάς, από το κακό σύννεφο, να κλείσουν την πόρτα πίσω τους και το κλαράκι απέξω.

Βάλθηκε εκείνες τις μέρες ο Θεός να καταστρέψει τον κόσμο. Για την βιασύνη του και για τις λέξεις που σκόρπιζαν ανώφελα, για το χέρι που δεν άπλωναν, να φροντίσουν το κλαράκι, για τις πόρτες που έκλειναν πίσω τους. Εσπαγε τις ομπρέλες τους και τίναζε τα σπίτια τους με αέρα και βροχή, έσπρωχνε κρύο φαρμακερό κάτω από τις χαραμάδες στα παράθυρα. Για την αφέλεια να πιστεύουν πως μόνο αυτοί έχουν σημασία να σωθούν. Μα τότε κάτι απροσδόκητο συνέβη. Μέσα σε όλη αυτή την βουή του αέρα και τη λύσσα της βροχής, μέσα από το μαύρο σύννεφο που άπλωσε πάνω από τον κόσμο, το κλαράκι στάθηκε όρθιο και του φώναξε, όχι. Γιατί όχι, είπε η σκέψη του Θεού και απλώθηκε σαν κεραυνός μέσα στην σιωπή. Δεν έφτιαξα γι’αυτό τον κόσμο, εσύ θα έπρεπε να το ξέρεις καλύτερα αυτό. Οχι, ξανάπε το κλαράκι και προσπάθησε να σταθεί όρθιο καταμεσής της καταιγίδας. Δώσε μου έναν λόγο να μην το κάνω, ζήτησε ο Θεός. Και το κλαράκι άρχισε να χορεύει. Περιδινήθηκε στον αέρα και στριφογύρισε, έλαμψε η επιφάνεια του στο φως της αστραπής, ρίγησε και τινάχτηκε σαν να άκουγε μια μουσική οργιαστική. Γέλασε ο Θεός και δεν άργησε να φέρει την άνοιξη.

δεν με πειράζει

•Φεβρουαρίου 7, 2015 • 1 σχόλιο

.

7c9bd3d4-4018-49ce-b1dd-a51e0be8cdef

.

Εμένα δεν με πειράζει, είπε το νυχτολούλουδο στον επίμονο χειμώνα. Μπορείς να φυσήξεις όσο θες, να παγώσεις τις νύχτες και να ξεράνεις τις μέρες μου, αλλά δεν με νοιάζει. Κι όχι πως ήταν κάποιο τεράστιο φυτό, απ’ αυτά τα άγρια που πάνε και φυτρώνουν ακόμα και στα βράχια. Φύτρωσε από ένα τόσο δα σποράκι, μαζεμένο κάποιο φθινόπωρο, μέσα σε ένα σακκουλάκι με άλλα πολλά σαν κι αυτό. Το φυτό γονέας κι αυτό ήμερο ήταν, αγορασμένο από φυτώριο, μεγαλωμένο πρώτα σε μια γλάστρα και μετά σε μια ήσυχη γωνιά του κήπου. Αυτό όμως κατάφερε και τις έφτιαξε τις ρίζες του, πρώτα δίπλα στο μπουγαρίνι, που ήταν παλιό και ήξερε πως μεγαλώνουν, και μετά σε μια δική του γλάστρα στην βεράντα.

Δεν με νοιάζει να το ξέρεις, ξανάπε σταθερά το νυχτολούλουδο. Γύρω του ο αέρας φύσαγε μανιασμένος και έπεφτε χιόνι. Χιόνι! Ακόμα κι εκεί που ο χειμώνας ήταν καλόβολος και φύλαγε τα κρύα και τις παγωνιές για άλλα μέρη, από κείνα που φυτρώνουν ευτυχισμένες οι μηλιές, τώρα έριχνε χιόνι από παντού. Δεν με νοιάζει, φώναζε το νυχτολούλουδο, ακούς, δεν με νοιάζει, ενώ τα φύλλα του και τα κλαριά του λύγιζαν μέχρι που στο τέλος η γλάστρα δεν άντεξε άλλο, έγειρε και έπεσε στο πλάι. Το βράδυ έκανε ξαστεριά κι όση θερμότητα, αυτή την ελάχιστη, είχε κρατήσει η γη την έχασε όλη. Βγήκε ο ήλιος, το επόμενο πρωί και τα πάντα ήταν παγωμένα, εκτός από το νυχτολούλουδο. Γύρισε και κοίταξε περήφανα τον ουρανό και επανέλαβε τουρτουρίζοντας. δεν με πειράζει.

Σε μερικές μέρες έχασε όλα τα φύλλα του. Ξεράθηκαν και έμειναν πάνω στα λεπτά κλαράκια όρθια, με πείσμα, να μην πέσουν. Ομως οι ρίζες ήταν ζωντανές, ξεροκέφαλες, γεμάτες ανάγκη να ζήσουν.  Ο χειμώνας το κορόιδευε, έστελνε κι άλλους ανέμους να το χτυπήσουν, αλλά σαν να το χε τελειωμένο οριστικά, δεν ξανάκανε κρύο. Από το νυχτολούλουδο δεν έβγαινε πια ούτε κιχ. Φύσαγε και φύσαγε, οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη και αυτό δεν έβγαζε ούτε μια λέξη.

Μέχρι που κάποια μέρα, καθώς μάζευα τα φύλλα και τα χώματα από την βεράντα, να προλάβω πριν πιάσει πάλι η βροχή, καθώς στερέωνα ξανά το γιγάντιο μπουγαρίνι, άκουσα πίσω μου μια φωνούλα σαν μωρού γατιού. Εμένα δεν με νοιάζει, κελάηδησε μωρουδίστικα. Στην αρχή πίστεψα πως κάποια από τις γάτες μου έπαιζε στην βεράντα, σκορπίζοντας όσα εγώ μάζευα τόση ώρα. Γύρισα να δω ποια ουρά έκανε αταξίες και τότε, ανάμεσα στα ξερά φύλλα, είδα τα νέα. Καταπράσινα και μικροσκοπικά, να σηκώνουν το κεφάλι τους περήφανα και να λένε στον χειμώνα. Εμένα δεν με νοιάζει.

αλλιώς

•Φεβρουαρίου 6, 2015 • Σχολιάστε

.

487767e9ece247d02fba3608db9efb0a

.

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μικρή άκρη του πουθενά, ζούσε η Κοκκινοσκουφίτσα. Αντίθετα με τις φήμες που κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή για το πως βρέθηκε εκεί, η Κοκκινοσκουφίτσα στην πραγματικότητα δεν πήγαινε στη γιαγιά αλλά έφευγε απ’ αυτήν. Δεν θέλω να φοράω άλλο μαύρα, της δήλωσε μια μέρα, ούτε να πλέκω κασκόλ. Θέλω να πάω στο δάσος, να βάλω την κόκκινη κάπα μου, να παίξω με τα ζώα, να δω αν μου αρέσει η βροχή και ο αέρας. Ζακέτα να πάρεις, είπε αδιάφορα η γιαγιά, που δεν έδωσε και πολλή σημασία σε όσα έλεγε η Κοκκινοσκουφίτσα και συνέχισε να επιθεωρεί τις πορσελάνες και τα μαχαιροπήρουνα στο παλιό σερβάν, προσέχοντας μη χάσει το λογαριασμό και να βγουν όλα τα κουταλάκια σωστά στο μέτρημα. Δεν είναι πως ήταν αδιάφορη και δεν την αγαπούσε, μα είχε μάθει αλλιώς η γιαγιά. Τα αντικείμενα είχαν τεράστια σημασία, όσο πιο ακριβά και περίτεχνα τόσο καλύτερα. Οσο πιο εύθραυστα και εσύ ικανός να τα διατηρήσεις σε άψογη κατάσταση, ιδανικά. Μια φορά το χρόνο, μαζεύονταν στο σπίτι κι άλλες γιαγιάδες για φαγητό, και συζητούσαν για ώρες μεταξύ τους από που ήταν η κάθε πορσελάνη και ποιος τους είχε κάνει δώρο τα πιο ακριβά κρύσταλλα. Η Κοκκινοσκουφίτσα τα βαριόταν όλα αυτά.

Ετσι φόρεσε εκείνη την κόκκινη κάπα που είχε απωθημένο, γιατί αγαπούσε το ζωντανό της χρώμα και τη ζεστή της υφή, έβαλε στην τσέπη της κι ένα σάντουιτς για τον δρόμο και έφυγε. Δεν άργησε να βρεθεί στο δάσος, να σκοντάψει στις πελώριες ρίζες των δέντρων και να παίξει με τα φύλλα που είχαν πέσει από τα δέντρα. Πήγαινε όλο και πιο βαθιά, όλο μακρύτερα από τη γιαγιά και τις πορσελάνες της, μέχρι που έφτασε σε ένα ξέφωτο. Η καλύβα από κλαριά, που βρήκε εκεί πέρα, μισοστεκόταν όρθια, αλλά στην Κοκκινοσκουφίτσα φάνηκε σαν όνειρο. Είναι όλη δική μου, σκέφτηκε και βάλθηκε να την φτιάχνει. Μάζεψε μεγάλα και μικρά κλαδιά από γύρω και την στερέωσε, έβαλε στρώματα ολόκληρα από φύλλα ανάμεσα τους κι από πάνω πέτρες να μην τα παίρνει ο αέρας. Μάζεψε ένα σωρό πέτρες, κι έχτισε μέσα με αυτές μια φωλιά, την παραγέμισε άμμο και άλλα φύλλα και την έκανε κρεβάτι, καθάρισε καλά ένα μισοχτισμένο τζάκι που υπήρχε ήδη εκεί μέσα. Δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο. Εβγαλε κι έφαγε το σάντουιτς, που είχε φέρει μαζί της, και ξάπλωσε στο καινούριο της κρεβάτι.

Κοιμήθηκε όλο το βράδυ χαμογελώντας. Ακουγε μέσα στον ύπνο της τον αέρα να περνάει ανάμεσα στα δέντρα, τα ζώα να ειδοποιούν πως κάποιος ήταν εκεί. Ενιωθε μικρά σουρσίματα και γρατζουνίσματα πάνω στους τοίχους της καλύβας, και για κάποιο περίεργο λόγο δεν φοβόταν τίποτα απ’ αυτά. Μόνο η καρδιά της σφίχτηκε για λίγο όταν θυμήθηκε τα κουταλάκια να γυαλίζουν μέσα στις βελούδινες θήκες τους και τον φόβο που ένιωθε ότι δεν θα καταφέρει να τα μετρήσει ποτέ σωστά, δεν θα καταφέρει ποτέ να θυμηθεί ποιος τα είχε κάνει κάποτε δώρο στην οικογένεια. Ομως γρήγορα αυτό ξεχάστηκε, καθώς νέοι ήχοι φάνηκαν να ζυγώνουν και η αίσθηση του νέου έκανε την καρδιά της να χαρεί.

Οταν ξύπνησε το πρωί, γύρω της και στα πόδια της ήταν ξαπλωμένοι μια αγέλη λύκων. Αλλος ακουμπούσε το κεφάλι του στον ώμο της, άλλος μισοκρεμόταν από το κρεβάτι σε βαθύ ύπνο, κάποιος είχε χωθεί κάτω από την όμορφη κόκκινη κάπα της και ρουθούνιζε ευχαριστημένος πάνω στο στήθος της. Η Κοκκινοσκουφίτσα, μισάνοιξε τα μάτια της και κοίταξε γύρω της ευχαριστημένη. Τώρα είχε όλα όσα ήθελε στην ζωή της. Καθώς, την έπαιρνε ξανά ο ύπνος ανάμεσα στους λύκους, αναρωτήθηκε μονάχα και η γιαγιά? τι θα γίνει αν έρθει να μας βρει?

Η απάντηση, ήρθε κατευθείαν στο μυαλό της, σαν να ταν δική της σκέψη με τη φωνή κάποιου άλλου. Μην ανησυχείς, την φάγαμε. Εδώ στη μέση του πουθενά, είσαι πια ασφαλής.

again

•Φεβρουαρίου 4, 2015 • Σχολιάστε

.

36a00793313d4b5d6c88bc041b7cbf95

.

Δεν είχαν απομείνει και πολλές από τις εννιά ζωές της μικρής μαύρης γάτας, όμως για τώρα μία ήταν αρκετή. Ετσι, σήκωσε το κεφάλι της σαν από βαθύ ύπνο και κοίταξε γύρω της αυτό τον έρημο κόσμο που είχε βρεθεί. Πλακόστρωτο και βροχή, πόρτες κλειστές, σκοτάδι. Αναμνήσεις που πονούσαν ακόμα, όνειρα που πήγαιναν με πατερίτσες και κρύβονταν στις γωνίες, χαρές μισοπεθαμένες που έψαχναν μάταια να φάνε σε κάδους σκουπιδιών. Η μικρή μαύρη γάτα ανασηκώθηκε και άρχισε να στρώνει την γούνα της. Πρώτα καθάρισε καλά το πρόσωπο της με το χεράκι της, το πέρασε πολλές φορές πίσω από τα αφτιά και αφού βεβαιώθηκε ότι τα μάτια της και το μουσούδι της είχαν καθαρίσει εντελώς, έπιασε να ισιώνει και τα πόδια και την πλάτη της. Στο τέλος, με μεγάλη προσοχή φρόντισε την ουρά της, που άστραψε ακόμα και μέσα σε αυτό το σκοτάδι με μια γαλάζια λάμψη και κυμάτισε όρθια ξανά.

Από την αρχή δεν της άρεσε αυτός ο μοναχικός κόσμος. Ηταν στενός και άβολος, υγρός, γεμάτος ψέμματα. Για λίγο τα νύχια της γράπωσαν το πλακόστρωτο και η γούνα στην πλάτη σηκώθηκε, αλλά αποφάσισε πως δεν ήταν ώρα για να ασχοληθεί με μια ζωή χαμένη. Επρεπε να δει τι θα κάνει με αυτή την νέα, που είχε την ευκαιρία να ζήσει και τότε συνειδητοποίησε πόσο πολύ πεινούσε. Τα μουστάκια της τεντώθηκαν στον αέρα και άρχισαν να μυρίζουν τριγύρω για κάποια ένδειξη τροφής. Ομως όλα έμοιαζαν άδεια και άψυχα. Το στομάχι της γουργούριζε, η γλώσσα της είχε στεγνώσει από την δίψα, και κάτι στο βάθος τους μυαλού της ζήταγε αίμα για να ανακουφιστεί.

Περπατούσε σε αυτό τον ατέλειωτο δρόμο με την προσοχή της τεντωμένη, όταν κάτι σαν πετάρισμα ακούστηκε κάπου πάνω από το κεφάλι της. Κανείς δεν πρόλαβε να δει τα μάτια της να αστράφτουν στο φως. Λες και μέσα της υπήρχε ένα μαγικό ελατήριο, πετάχτηκε στον αέρα και έπιασε στα δόντια της το πουλί. Επεσε μαλακά στα πόδια της, σαν να μην είχε προηγηθεί αυτό το ξαφνικό τίναγμα, και το ακούμπησε κάτω. Ενας ήχος, όμοιος με βρυχηθμό βγήκε από το στήθος της και άφησε την πείνα της να ικανοποιηθεί. Το έφαγε όλο. Με τα πούπουλα.

Κυριακή

•Ιανουαρίου 31, 2015 • Σχολιάστε

.

16bde35fcf3602128809747c62e558e8

.

Για να χει η Κυριακή να ξεχωρίζει από τις άλλες, όχι γιατί είχε κάποια πραγματική διαφορά, αλλά μόνο για δίνει ρυθμό στην υπόλοιπη βδομάδα, έφτιαχνε ψωμί. Σηκωνόταν πρωί, σκοτεινιά ακόμα έξω, τόση που την έλεγες βράδυ κι ας δείχναν αλλιώς τα ρολόγια, έφτιαχνε έναν καφέ κι ετοίμαζε μια μεγάλη γαβάθα για τη ζύμη. Δύο και παραπάνω ποτήρια αλεύρι, δυνατό, απ’ αυτό που φτιάχνει κλωστές σαν ανεβεί, μια μεγάλη κουταλιά ζάχαρη, ελάχιστο αλάτι να μη σκοτώσει την μαγιά, μια μεγάλη κουταλιά γλυκάνισο, τη μαγιά σε σκόνη και τα ανακάτευε. Στο ίδιο ποτήρι έριχνε ζεστό νερό απ’ το ίδιο που χε φτιάξει τον καφέ, ίσως και λίγο κρύο να μη καίει, άλλη μια κουταλιά ζάχαρη, λίγο λάδι. Τα ανακάτευε κι αυτά γρήγορα με ένα κουτάλι και τα έριχνε σε μια λακκουβίτσα που χε κάνει στο κέντρο του αλευριού. Τα άφηνε σκεπασμένα τότε και ξαναχωνόταν στο κρεβάτι.

Πέρναγε η ώρα, τέλειωνε ο πρώτος καφές, κρύωνε το φλυτζάνι, χάραζε κάποια στιγμή έξω και στην τηλεόραση ξεκινούσαν τα παιδικά. Αυτό ήταν η χαρά της, ανέβαζε λίγο την ένταση της φωνής, να ακούγονται γελάκια και τρεχαλητά στην οθόνη, τραγούδια για πεταλούδες και ελεφαντάκια και πήγαινε ξανά στην κουζίνα. Εκεί στη μέση της γαβάθας, η μαγιά είχε ζωντανέψει και φουσκώσει, μύριζε όλη η κουζίνα με αυτή την ελαφρά όξινη μυρωδιά που χει το ψωμί και χωρίς να χάσει καιρό, το ανακάτευε και το ζύμωνε γρήγορα, να μη χάσει τη θερμοκρασία του, το σκέπαζε και έφτιαχνε έναν καφέ ακόμα. Ελληνικό αυτή τη φορά, σε μια μεγάλη κούπα να αχνίζει, διάλεγε ένα καινούριο καθαρό τασάκι και χωνόταν σε εκείνη τη γωνιά του καναπέ που είχε για φωλιά της. Πέρναγε ο ήλιος τις καλές μέρες, από την ανατολική πλευρά του σπιτιού, και παρατηρούσε από τα τζάμια το φως να παίζει μέσα στα κλαριά καθώς ανέβαινε και τα γέμιζε χρώμα. Ο καφές μοσχομύριζε και μέχρι να τελειώσει το φλυτζάνι, η ζύμη είχε φουσκώσει.

Αναβε το φούρνο να ζεσταίνεται, έπιανε απαλά τη ζύμη από τη γαβάθα και την έπαιζε στα χέρια της σαν μπάλα από σύννεφο, να μην την ταλαιπωρήσει πολύ, και μετά έκανε κάτι αναπάντεχο. Το πέρναγε γρήγορα μέσα από νερό και όπως ήταν έτσι βρεμένο το κύλαγε μέσα σε σουσάμι και μαυροκούκι. Κόλλαγαν αυτά πάνω στη ζύμη, την κύλαγε λίγο ακόμα και την έστρωνε ανάλαφρα σε ένα μικρό ταψί. Για να ναι η Κυριακή διαφορετική από τις άλλες, άνοιγε το φούρνο και το έβαζε μέσα. Κι όπως φούσκωνε το ζυμάρι και ψηνόταν, απλωνόταν η μυρωδιά του σε όλο το σπίτι σαν ευλογία. Για να χει η Κυριακή νόημα, αυτή λιβάνιζε με ψωμί που ψήνεται τον αέρα και ευχαριστούσε τη γη που έκανε το στάρι και το νερό που το έθρεψε, τον ήλιο που το μεγάλωσε. Ευχαριστούσε τους ανθρώπους που το μάζεψαν κι αυτούς που το φεραν μέχρι την πόρτα της, αυτούς που πρώτη φορά βρήκαν τον τρόπο να το κάνουν ψωμί και την γιαγιά της. Αυτή, που αγαπούσε τόσο το γλυκό εκείνο ψωμί με το γλυκάνισο, το επτάζυμο το έλεγε, και έκανε παραπάνω δρόμο για να το πάρει από το φούρνο που το έφτιαχνε. Ζωντανοί και πεθαμένοι όλοι ευχαριστιούνταν αυτό το ιδιόμορφο λιβάνισμα και μέχρι να γεμίσει και η τελευταία ψυχή με την μυρωδιά του, το ψωμί ήταν έτοιμο και το έβγαζε από το φούρνο.

Με προσοχή, να μην ξεκολλήσουν τα σουσάμια από πάνω του, το τύλιγε σε μια πετσέτα και το έβαζε ψηλά να κρυώσει. Εφτιαχνε τότε στα γρήγορα και κάποιο φαγητό να χει σάλτσα ή λίγο παραπάνω λάδι και λεμόνι, να υπάρχει λόγος για το φρέσκο ψωμί να βυθιστεί μέσα τους, να ρουφήξει τη γεύση και τα αρώματα, να τα μεταφέρει στο σώμα στην καλύτερη τους εκδοχή. Για να χει η Κυριακή νόημα και ρυθμό οι άλλες μέρες, για να περιμένει κανείς κάτι που χει σημασία λίγο διαφορετική, ακόμα και ασήμαντη, γίνονταν όλα αυτά. Για να μην ξεχνιούνται οι πεθαμένοι, για να χουν να χαίρονται με κάτι οι ζωντανοί, να παίζουν τα παιδικά στην τηλεόραση και ο καφές να αχνίζει στο φλυτζάνι, για όλα αυτά κάθε Κυριακή έφτιαχνε ψωμί.

Γη

•Ιανουαρίου 29, 2015 • Σχολιάστε

.

9482cc0ac893263abd638ccb72bebc8f

.

Τριβόταν πάνω του σαν γάτα. Ζέχνω, της έλεγε γελώντας και την έσπρωχνε να πάει να πλυθεί. Μέχρι να βγει απ’ το μπάνιο, αυτή είχε τρυπώσει στο δωμάτιο και είχε μαζέψει την μπλούζα που φορούσε, την έβαζε κάπου παραδίπλα από τα δικά της πράγματα και ξανάβγαινε αθόρυβα. Ετρωγαν μαζί και μίλαγαν για τη μέρα τους. καλή ιδέα να λιάσουμε τις ντομάτες που περίσσευαν της έλεγε, κι αυτή του διηγούνταν πως δεν έστρωνε το χρώμα στο γυαλί στο τζάμι που έφτιαχνε. Βρήκα και μανιτάρια σήμερα, συνέχιζε αυτός, τα έφερα για το βράδυ. Το μεσημέρι, αυτός διάβαζε κι αυτή μισοκοιμόταν στον καναπέ με την τηλεόραση να μουρμουρίζει. Εγερνε ο ήλιος πάνω από το παράθυρο και έπεφτε όλος πάνω στον καναπέ, τον έκανε χρυσό και μετά πορτοκαλί. Το καλοκαίρι δεν μπορούσες να σταθείς εκεί τέτοια ώρα, όμως τα μεσημέρια του χειμώνα, ο ήλιος ήταν γλυκός και τους ζέσταινε όμορφα.

Να βάλω για καφέ, την ρωτούσε αυτός μόλις χλώμιαζε το φως. Ναι, πεταγόταν αυτή ζαλισμένη ακόμα από τον ύπνο και τον ήλιο, και καθόταν ανάμεσα στις κουβέρτες και τα μαξιλάρια του καναπέ, τράβαγε πιο κει κάτι βιβλία στο τραπέζι να του κάνει χώρο και έστρωνε χώρο να κάτσει δίπλα της. Εφερνε τις κούπες και τις ακουμπούσε στο ξύλο, αυτή άνοιγε ένα όμορφο κουτί με μπισκότα και γέμιζαν τα πάντα ψίχουλα. Σειρά είχαν οι άλλοι στην κουβέντα τους. Αυτός που είπε κάτι και ο άλλος που δεν είπε, τι άνθρωποι είναι αυτοί, που βρίσκουν τόση σκληράδα μέσα τους, ή μήπως εμείς γίναμε αγρίμια και δεν τους καταλαβαίνουμε? Αναβε η κουβέντα, κι ενώ δεν ξεκόλαγαν από τον καναπέ έπιαναν το τηλέφωνο και το ιντερνετ να μάθουν και τα υπόλοιπα.

Ηθελα να διαβάσω λίγο ακόμα έλεγε αυτός, πως πέρασε η ώρα. Στο μεταξύ έστρωναν για φαγητό, άναβαν το τζάκι, τα μανιτάρια γίνονταν ομελέτα, έβαζαν και λίγο κρασί. Χάζευαν τη φωτιά και μισοζαλισμένοι, γεμάτοι, ζεστοί και χορτάτοι, ακούμπαγαν ο ένας στον άλλο. Δεν έκαναν τίποτα, μόνο χαμογελούσαν ήρεμοι και χαλαρωμένοι. Η τηλεόραση κάτι έπαιζε στο βάθος, την μισοκοίταγαν, άρχιζαν να νυστάζουν, τελικά πήγαιναν για ύπνο σπρώχνοντας και τραβώντας ο ένας τον άλλο.

Οταν την άλλη μέρα το πρωι αυτός έφευγε, έβγαζε την λερωμένη του μπλούζα και την φόραγε πάνω από την δική της. Ολη μέρα δούλευε, νιώθοντας τη μυρωδιά του να ανεβαίνει πάνω της, ιδρώτας και γη ανακατεμένα, έφτανε μέχρι τα πιο κρυφά του εγκεφάλου της και την καθησύχαζε. Και τότε το χρώμα στο τζάμι έστρωνε καλύτερα, το σχέδιο γινόταν πιο όμορφο, το φως πέρναγε και γίνονταν χρυσό.

I have a dream

•Ιανουαρίου 26, 2015 • 2 σχόλια

.

578fbaf86682e89458d583a3ab58d6e6

.

Θέλω να ζήσω σε ένα μέρος πλατύ. Να χωράει τα ισοπεδωμένα μου, να τα απλώσω και να μη βρίσκουν ούτε στα σπίτια των διπλανών, ούτε σε βουνά, να μη βυθιστούν σε θάλασσες. Να ‘ναι ένα σπίτι εκεί όρθιο, ανάμεσα στις καμπύλες της γης, να βλέπω από το πάνω παράθυρο μέχρι μακρυά πέρα τον ορίζοντα, χωρίς να σταματάει το βλέμμα μου πουθενά, ούτε η ψυχή μου. Θέλω να πρασινίζει την άνοιξη, με όλα εκείνα τα ταπεινά που δεν ξέρουμε το όνομα τους λουλούδια. Να πετάξω από πάνω μου τους ορισμούς των ανθρώπων για το ένα ή το άλλο, οι λέξεις να μείνουν μόνο σαν εργαλείο, να τις μιλάω, όχι να τις σκέφτομαι. Το φαντάζομαι το καλοκαίρι με μια θάλασσα ξεραμένα χόρτα τριγύρω του να θροϊζουν απαλά στον αέρα, να βρίσκεις σκιά κάτω από τα λιγοστά δέντρα και στην σκεπαστή βεράντα. Χωρίς φράχτες. Δεν θέλω άλλα παλούκια τριγύρω μου, θέλω να είναι η πόρτα μου ανοιχτή μέρα νύχτα για να δροσίζομαι, ο σκύλος να μπαινοβγαίνει, οι γάτες να κάθονται στα κεραμίδια και να κοιτάνε τα αστέρια. Θέλω το φίδι να βρει δροσιά στην γούρνα μου και να κάνει φωλιά για το χειμώνα στο υπόγειο.

Θέλω τον χειμώνα, να περπατάω μέσα στον αέρα και το κρύο για να φτάσω κάπου, να αναψοκοκκινίζουν τα μάγουλα μου γρήγορα στη διαδρομή και να μη κρυώνω άλλο. Να καίει το φως μου από τα παράθυρα την νύχτα και να μην είναι κανείς εκεί να μετρήσει την ώρα που άναψε ή έσβησε. Θέλω το φως να αποκτήσει τον δικό του ρυθμό, την δική του ζεστασιά και ασφάλεια, χωρίς φράχτες, χωρίς παλούκια, χωρίς τοίχους και κουρτίνες, χωρίς κριτική. Να με ειδοποιεί αυτό πότε φτάνει κάποιος, πολύ πριν φτάσει η φωνή του σε μένα. Να προηγείται δηλαδή η ύπαρξη των λόγων. Να έχει την απόλυτη φυσική προτεραιότητα που την ορίζει.

Θέλω ένα παράθυρο στην σοφίτα. Να κάθομαι εκεί αγκαλιά με ένα βιβλίο, να σκάνε για λίγο τα σύννεφα και να μπαίνει ήλιος, να κοιτάω τότε απέναντι τους λόφους και να βλέπω πίσω απ’ αυτούς. Θέλω η προσμονή να είναι το παιχνίδι μου και η ανακούφιση μου, όχι το επιβεβλημένο της ανάγκης κάποιου άλλου. Να γίνομαι πειρατής και να αρμενίζω πάνω στα στάχυα το βράδυ, ο λαγός να μου μάθει όλες τις τρύπες του. Ξέρω πως να κάνω εγώ όμορφο το μηδέν μου, το πλατύ, το απρόσωπο, το ισοπεδωμένο μου. Αρκεί να χω χώρο.

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 307 other followers