Poupsy

Η δυτική βεράντα του παλατιού, ήταν χτισμένη να κοιτάει την Κοιλάδα των Βασιλέων. Ισως για να θυμίζει στον ιδιοκτήτη της, πως σε κάθε ημέρα, σε κάθε Βασιλεία υπάρχει πάντα μία Δύση… Σ’αυτή την βεράντα καθόταν τώρα ο Βασιλιάς όταν έστειλε να καλέσουν την Χρυσορόδινη. Ολη μέρα ήταν νευρικός, το μυαλό ερεθισμένο από την ιστορία της και την αϋπνία αρνούνταν να λειτουργήσει ψύχραιμα και ξεφυσούσε σε όποιον του μιλούσε, προσπαθώντας να κάνει τις ώρες να περάσουν… Μα περισσότερο απ’ όλα τον εκνεύριζε το ότι η Χρυσορόδινη είχε καταφέρει να κερδίσει μία ακόμα ημέρα ζωής τόσο απλά…

Στο κάτω κάτω, δεν ήταν δική του απόφαση η εκτέλεση της. Το Συμβούλιο έκρινε πως ήταν η αντιπρόσωπος μίας φυλής που τον εξαπάτησε και δεν απέδιδε ποτέ φόρους όπως αναμενόταν. «Για παραδειγματισμό» έτσι τον συμβούλευσαν.

Καθώς ο ήλιος που έπεφτε, έβαφε την άμμο στο βάθος κόκκινη, ακούστηκε το θρόισμα των φορεμάτων της Χρυσορόδινης που πλησίαζε. Και μαζί, απλώθηκε στον αέρα αυτή η τόσο ιδιαίτερη μυρωδιά της. Σαν γάλα, πυκραμύγδαλο και ζάχαρη… Και τα μάτια της πάντα χαμηλωμένα, σχεδόν δεν γνώριζε τι χρώμα είχαν… Οταν κάθησε επιτέλους, της ένευσε να συνεχίσει την ιστορία της…

Οταν άναψε το φως, η μητέρα της μικρής μας, στο δωμάτιο δεν είδε τίποτα αξιοσημειωτο. Ολα έδειχναν στη θέση τους, το παιδί καθόταν στο κρεβάτι του ήρεμο και χαμογελαστό και γύρισε προς το μέρος της σαν να μην συμβαίνει τίποτα. «Σε ποιον μιλάς καλό μου? Ονειρο είδες?» Η απάντηση την πέτρωσε.

Στον παππού φυσικά! Είναι εδώ και σου λέει «γεια»… Η μητέρα θεώρησε το επόμενο δευτερόλεπτο, σαν πιο λογική εξήγηση, πως μιλούσε για τον παππού από την μεριά του πατέρα της μικρής, ο οποίος την υπεραγαπούσε και πήγαιναν συχνά να τον δουν. «Θα τον είδε στον ύπνο της» σκέφτηκε. Ομως κάτι δεν πήγαινε καλά. Το παιδί μιλούσε σε ενεστωτικό χρόνο… Ετσι την ρώτησε σε ποιον παππού αναφερόταν.

Στον παππού Χαϊμ μαμά, εδώ κάθεται και σου χαμογελάει…. Ο παππούς Χαϊμ, ήταν πατέρας της μητέρας του παιδιού και είχε πεθάνει όταν αυτή ήταν παιδί ακόμα. Ετσι το κοριτσάκι δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ, και στο σπίτι δεν υπήρχαν φωτογραφίες του, ούτε μιλούσαν συχνά γι’αυτόν. Αφού ούτε κάν η ίδια η μητέρα της είχε αρκετές αναμνήσεις για να τις αναπαράγει στις συζητήσεις…

Δηλαδή? που κάθεται παιδί μου? Να, εδώ! Στην άκρη του κρεβατιού μου! Τα φώτα ήταν ανοιχτά, το παιδί σίγουρα ήταν ξύπνιο και της έδειχνε προς ένα σημείο, εστιάζοντας παράλληλα το βλέμμα της σαν να έβλεπε πράγματι κάποιον εκεί. Θέλεις να πεις, ότι τώρα που μιλάμε, τον βλέπεις και σου μιλάει κι αυτός? Μα ναι! Και τι λέει? Λέει ότι είναι ευχαριστημένος, σε βλέπει και σε χαιρετάει….

Και πως είναι? Η μικρή άρχισε να περιγράφει τον παππού τέλεια, το ύψος, το βάρος μέχρι και τα ρούχα που φορούσε… Κανένα κύτταρο του εγκεφάλου της μητέρας της, δεν μπορούσε να βοηθήσει στην ερμηνεία αυτού, που ζούσε εκείνη την στιγμή. Κι όμως συνέβαινε κάτι ακόμα πιο παράδοξο. Καθώς είχε μεγαλώσει με τον φόβο των νεκρών και των φαντασμάτων, θα περίμενε κανείς να έχει τρομοκρατηθεί τόσο που να φτάσει να ουρλιάζει. Αντίθετα, ένιωθε πολύ όμορφα, λες και όλα είχαν ξαναβρεί την θέση τους στον κόσμο. Λες κι αυτό που είχε μείνει κενό τόσα χρόνια μέσα της, είχε γεμίσει ξανά.

Οταν κατάφερε να ξαναμιλήσει, και να ρωτήσει το παιδί, αυτή της είπε πως ο παππούς έφυγε λέγοντας «ευχαριστώ»… Ούτε γιατί, ούτε σε ποιον… Η μητέρα της όμως κατάλαβε. Χωρίς να το πει σε κανέναν, την προηγούμενη μέρα είχε περάσει από τον τάφο του, και είχε αφήσει μερικά λουλούδια, έτσι, ίσα για να γεμίσει λίγο το κενό…

Ομως,

στο δωμάτιο υπήρχε και κάτι άλλο. Κάτι που ούτε η μητέρα, ούτε το παιδί μπορούσαν να δουν. Σαν δυό μάτια γάτας, που κοίταγαν εστιάζοντας στον στόχο του κυνηγιού. Λες και κάτι σκοτεινό, παρακολουθούσε δυσαρεστημένο που το παιδί τόσο νωρίς είχε αποκτήσει επαφή με ό,τι υπήρχε πίσω απ’ το Πέπλο. Ενα χρόνο αργότερα γεννήθηκε ένας μικρός αδερφός για το κοριτσάκι και του έδωσαν το όνομα Χαϊμ. Τα μάτια της γάτας σκέφτηκαν πως αυτή ήταν μια καλή ευκαιρία να αποκοιμήσει όσα είχαν ξυπνήσει. Κι έτσι έβαλε μπρος για την επόμενη ενσάρκωση της. Σαν τι άλλο φυσικά? Σαν γάτα!

Η Χρυσορόδινη νύσταζε. Ηδη τα τελευταία λόγια της έβγαιναν σχεδόν ψιθυριστά. Εξάλλου κι ο ίδιος ο Βασιλιάς ένιωθε την κούραση να βαραίνει πάνω του. Αυτή την φορά δεν χρειάστηκε να τον παρακαλέσει για την ζωή της. Αύριο, είπε, αύριο θα μου πεις την συνέχεια. Τώρα χρειαζόμαστε και οι δύο λίγο ύπνο….

Advertisements

~ από isisveiled στο Οκτώβριος 9, 2006.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: