Magic Portions

Κάθε που κόντευε να τελειώσει το καλοκαίρι, ανέβαινε στη σοφίτα για να κάνει τόπο για τα καλοκαιρινά τρόπαια, να ανακαλύψει ξανά τις μυρωδιές του φθινοπώρου, τα στολίδια του χειμώνα… Ετσι κι αυτή τη φορά.

Το παράθυρο ανοιχτό, ανακάτευε τη σκόνη με το φως του πρωϊνού σε έναν περίεργο, σχεδόν μαγικό χορό σωματιδίων. Κι ανάμεσα σ’αυτά, στο πρώτο συρτάρι του παλιού κομοδίνου της γιαγιάς (πως της ήρθε να το ανοίξει άραγε?) βρήκε το βαρύ μπλε τετράδιο…

Με φύλλα παλιοκαιρισμένα, μελάνι ξεθωριασμένο και λέξεις περίεργες… Μια λεμονάδα στο χέρι και το υπόλοιπο πρωϊνό πέρασε να ρουφάει αυτά τα απροσδόκητα κείμενα. Κι άλλες φορές να νιώθει να την ρουφάνε οι γραμμές μέσα τους, να χάνεται σε νοήματα παράδοξα…

Κι έτσι κάθε πρωϊ σηκωνόταν πριν φέξει η μέρα να μαζέψει τις πρώτες ακτίνες του ήλιου σ’έναν κρύσταλλο, τις στάλες πρωϊνής δροσιάς σε φύλλα γιασεμιού, κι ένα κλειστό μπουμπούκι από όποιο λουλούδι είχε ανθίσει…

Οπως προχωρούσε η ώρα, έπρεπε να μαζέψει τρεις κόκκους από τον καφέ που είχε πιει, μια τρίχα από το μαξιλάρι, που είχε κοιμηθεί, και μόνο αν θυμόταν τ’ όνειρο που είχε δει το βράδυ. Ενα βότσαλο σε σχήμα καρδιάς, κι ένα κοχύλι λευκό. Τρεις σταγόνες θάλασσας όπως χτυπούν στο βράχο κι ένα φτερό γλάρου την ώρα που έπεφτε από τον ουρανό…

Δεν έμοιαζε δύσκολο μα ήταν… Ηθελε πειθαρχία, δέσμευση, αφοσίωση και μνήμη. Να μην ξεχνάει για ποιο λόγο έπρεπε καθημερινά να συγκεντρώνει όλα αυτά τα τόσο διαφορετικά πράγματα.

Αργά το απόγευμα, χρειαζόταν μια πράσινη ακτίνα. Αυτήν που αφήνει ο ήλιος δύοντας, σε καθαρό ουρανό, στον ορίζοντα της θάλασσας, σε μια τελευταία αναλαμπή. Μα όλο κάποιο σύννεφο ή πλοίο περνούσε, κάποιο κύμα ρυτίδωνε την επιφάνεια και η πράσινη ακτίνα δεν εμφανιζόταν…

Επειτα, έπρεπε να περιμένει μέχρι την Πανσέληνο και να μετρήσει δύο μέρες πριν και δυό μετά. Σύνολο πέντε. Να μαζέψει τις πρώτες και τις τελευταίες φεγγαραχτίδες, να κλείσει το μάτι σε δύο νυχτοπεταλούδες και να χορέψει για πέντε λεπτά πριν την πάρει ο ύπνος. Και πως να σε πάρει ο ύπνος, αν είσαι ακόμα λαχανιασμένος απ’ τον χορό?

Σαν έφτασε η μέρα που είχε οριστεί, κατέβασε τηλέφωνα, έκλεισε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, ειδοποίησε να μην την ενοχλήσει κανείς. Σε ένα κρυστάλλινο μπολ, που ιριδίζε στο φως, έριξε νερό, τις αχτίδες του ήλιου και της σελήνης που είχε μαζέψει. Στο τέλος έβαλε και τις σταγόνες της δροσιάς.

Πιο δίπλα, σε ένα άλλο μπολ, πήλινο αυτή την φορά έβαλε το βότσαλο, το κοχύλι, το φτερό και το μπουμπούκι. Εβαλε τα βήματα του χορού, τον καφέ, την τρίχα που ονειρεύτηκε, το μάτι που έκλεισε στις νυχτοπεταλούδες και τα σκέπασε με τις ανταύγειες της πράσινης ακτίνας…

To ξόρκι δεν πέτυχε… Η αγάπη που της υποσχόταν δεν υπάκουε ούτε σε φεγγαραχτίδες, ούτε σε φτερά γλάρων, ούτε καν στην πρωϊνή δροσιά. Η Μαγεία όμως αποκαλύφθηκε σε όλη της την μεγαλοπρέπεια. Είχε μάθει, πως να ταιριάζει μεταξύ τους όλες αυτές τις μικρές στιγμές, τις λεπτομέρειες που μεταμορφώνουν την ζωή από κάτι άχαρο σε κάτι ουσιώδες…

Και ίσως… κάπου στο βάθος είχε βρει την Αγάπη που ζητούσε. Eίχε μάθει πως η Αγάπη είναι Ομορφιά και θέλει δέσμευση,  αφοσίωση και μνήμη.

Advertisements

~ από isisveiled στο Οκτώβριος 18, 2006.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: