Σαν ξημερώνει Κυριακή

Κάθε που η μέρα ονομάζεται Κυριακή ζω έναν εφιάλτη. Νιώθω εγκλωβισμένη μέσα στην ανθρώπινη υποκρισία, και κανένας καφές, καμμιά βόλτα στην θάλασσα, καμμιά εφημερίδα και κανένα κρουασάν δεν καταφέρνει να με καθησυχάσει. Σαν κύμα φουσκώνει μέσα μου η αγανάκτηση από νωρίς, με το που χτυπάνε οι καμπάνες της εκκλησίας για να καλέσουν τους «πιστούς» στην πρωϊνή λειτουργία… Και η παρέλαση αρχίζει.

Φοράνε τα καλά τους και σπεύδουν να δηλώσουν παρών στην κοινωνική εκδήλωση της εβδομάδας. Φοράνε το πιο σοβαρό και έντιμο πρόσωπό τους, την πιο καλογυαλισμένη τους εντιμότητα και καλοσύνη και τραβάνε να τσεκάρουν παρουσίες, να κουτσομπολέψουν όσα δεν πρόλαβαν μέσα στην εβδομάδα. Κρεμάνε λόγω επετείου και σημαίες απ’ τα μπαλκόνια τους και με ύφος αγέρωχο καταδικάζουν ο ένας τον άλλο και κυρίως αυτούς που δεν βρίσκονται εκεί…

Ο εφιάλτης γρήγορα με παρασέρνει σε άλλες σκέψεις.. Στους «αξιόλογους», και στους «επίδοξους». Ολοι τους σοβαροί και έξυπνοι, όλοι τους τραγικοί υποκριτές. Εντός και εκτός διαδικτύου οι «αξιόλογοι» ακούν κλασική μουσική, διαβάζουν ποίηση στα λατινικά, θαυμάζουν και εξαίρουν την ομορφιά των δημιουργημάτων μεγάλων καλλιτεχνών και ενίοτε καυτηριάζουν με πένα αιχμηρή, τα κακώς κείμενα των υπολοίπων. Ο κόσμος τους θαυμάζει, τους επιβεβαιώνει καθημερινά. Κι αυτοί, ακριβώς την στιγμή που σε λατινικά (μα τι σοβαρή γλώσσα θεέ μου) αφορίζουν ή καλοπιάνουν, φτιάχνουν με αξιόλογη πραγματικά ευκολία ένα νέο πρόσωπο, έναν νέο κωδικό, και χώνουν τη μύτη τους παντού. Στην προσωπική μας ζωή, στην οπτική μας για τον κόσμο, στα κείμενα που γράψαμε.. Ανταλλάσουν κουτσομπολιά κακόβουλα, κρατάνε φιλίες και γνωριμίες για να έχουν πληροφόρηση, παινεύονται την κρίση τους στα πράγματα…

Οι «επίδοξοι» απ’ την άλλη, συνήθως, κοιτάνε με θλίψη το μικρό τους μόριο, και ξεχύνονται στο παιχνίδι της αποπλάνησης. Το στόμα τους απελευθερώνει όγκους τρυφερότητας, καλοπιάσματος, αγωνίας για αγνή αγάπη και υγιείς σχέσεις, ακόμα και φαντασιώσεις προχωρημένες. Λένε, λένε, λένε… Παίρνουν τρένα, αεροπλάνα, λεωφορεία, αυτοκίνητα, μηχανές και είναι ικανοί να φτάσουν στην άκρη του κόσμου για να ικανοποιήσουν τα φτωχά τους προσόντα. Φυσικά, από κοντά βουβαίνονται… Ούτε καν τους περνάει απ’ το μυαλό, ότι λυπάσαι να τους στείλεις πίσω μετά από τόσο ταξίδι και γι’αυτό τους κρατάς για το βράδυ… Ούτε καν μπορούν να φανταστούν ότι με οίκτο τους δίνεις μια μικρή ικανοποίηση, ίσα για να μην αρχίσουν να ζαχαρώνουν τις κλειδαρότρυπες..

Ολα αυτά, είναι πίσω μου καιρό τώρα… Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμμία θέση στην πραγματικότητα μου, αλλά να.. κάθε που ξημερώνει Κυριακή, βλέπω τον μπάρμπα απέναντι με την σημαία στο μπαλκόνι και τα θυμάμαι.. Κι έτσι περιμένω υπομονετικά, να φτάσει βράδυ, να δω κάποια ταινία μαζικών καταστροφών στην τηλεόραση, να αφεθώ για λίγο να νιώσω, πως θα ήταν ο κόσμος χωρίς αυτούς…

Advertisements

~ από isisveiled στο Οκτώβριος 29, 2006.

 
Αρέσει σε %d bloggers: