η γιαγιά Ντακ

Ζει στην εξοχή, μακρυά από τα φώτα της πόλης, μακρυά από όλα όσα οι άνθρωποι του τσιμέντου ονομάζουν «πλεονεκτήματα» ή «ανέσεις». Η γιαγιά Ντακ, δεν ήταν πάντα γιαγιά φυσικά. Οταν με δυό βαλίτσες στο χέρι κι ένα τσούρμο γατόσκυλα έφτασε στην εξοχή, ήταν ακόμα μια νεαρή κοπέλα, όλο εντυπώματα αστικού περιεχομένου για το πως είναι η ιδανική ζωή.

Μαζί της έφερε και μια τεράστια προίκα, από μαχαιροπήρουνα, σερβίτσια φαγητού, λινά τραπεζομάντηλα, κρυστάλλινα ποτήρια, ακριβά έπιπλα και διακοσμητικά. Θεωρούσε το γυμνό τσιμέντο πολύ κατώτερο της αισθητικής της, έτρωγε μόνο καπνιστό σωλομό και μόνο σε συγκεκριμένα μαγαζιά κυκλοφορούσε. Είχε πάντα μία γυναίκα, που βοηθούσε στην καθαριότητα του σπιτιού, τα ζώα τρεφόντουσαν μόνο με premium τροφές (αυτές που κοστίζουν 30 ευρώ τα έξι κιλά), ο κτηνίατρος ερχόταν στο σπίτι για τα εμβόλια, διάλεγε με πολύ προσοχή το κομμωτήριο που θα μπορούσε να υλοποιήσει το τέλειο καρέ στα μαλλιά της και κυκλοφορούσε κυρίως με ταξί.

Ευτυχώς γι’αυτήν, ποτέ δεν είχε αφεθεί να θεωρεί αναγκαιότητα όλα αυτά τα αστικά «πρέπει». Προσαρμόστηκε εύκολα στο νέο περιβάλλον, είχε αντοχές γίγαντα στις αντιξοότητες, επαναπροσδιόρισε με ευκολία τα αναγκαία για την ζωή, και ξαναδημιούργησε γύρω της ένα νέο πρότυπο αισθητικής στο περιβάλλον της. Και το κυριότερο έμαθε να είναι «άγγελος με τους αγγέλους και σκυλί με τα σκυλιά». Η ευγένεια της διαμορφώθηκε έτσι ώστε, να είναι πάντα αυθεντική ως προς τις περιστάσεις. Στους αγενείς, έμαθε να δείχνει το σκληρό και αδιάφορο πρόσωπο της, στους καλούς φίλους γινόταν τρυφερή και στους αδιάφορους αδιαφορούσε κι αυτή.

Παλινδρόμησε στην ανθρώπινη ιστορία, και ανακάλυψε ξανά την φωτιά, τον τροχό, τη μυρωδιά του φρέσκου χώματος μετά την βροχή, τη γεύση μιας απλής τυρόπιτας στο τραπέζι, την ικανότητα της να κάνει μόνη της τα εμβόλια στα ζώα. Εμαθε πως στην φύση δεν είσαι ποτέ μόνος, ποτέ δεν μπορείς να κλείσεις την πόρτα στην γοητεία των φύλλων, των τζιτζικιών, του αέρα που ξέρει να κλαδεύει τις τριανταφυλλιές καλύτερα απ’ τον άνθρωπο…

Συμφιλιώθηκε με την σκόνη στα έπιπλα, κουβάλησε ξύλα για το μαντεμένιο τζάκι, κοιμήθηκε νωρίς και ξύπνησε ακόμα νωρίτερα. Επιασε κουβέντα με ένα φίδι χωρίς να φοβάται, έσωσε το ποντικάκι από τις γάτες που το παραμόνευαν, πήρε λεωφορεία που την πήγαν μέχρι τα Χριστούγεννα και τα θαύματα τους, κι έστρωσε βαμβακερά τραπεζομάντηλα στο τραπέζι της κουζίνας για να φάει…

Ο χρόνος πέρασε, και τα μαλλιά της γιαγιάς Ντακ άσπρισαν. Αντί για τούρτες με σαντιγύ, έφτιαχνε μηλόπιτες σιροπιαστές, αντί για μπαράκια πολύβουα διασκέδαζε με μια βόλτα στο Φάρο ή στο μαγεμένο φαράγγι. Αναβε το τζάκι τα βράδια και χαιρόταν τις γάτες να κουρνιάζουν γύρω του. Και στην τηλεόραση βαριόταν τα εντυπωσιακά σώου και τις ταινίες δράσης, έβλεπε ντοκυμαντέρ, παλιές ταινίες γουέστερν και μιούζικαλ της χρυσής εποχής του κινηματογράφου…

Κατά κάποιο τρόπο θα λέγαμε πως η γιαγιά Ντακ ξαναβρήκε τον Χαμένο Παράδεισο, κι έγινε κλειδοκράτορας του και άγγελος φύλακας..

Advertisements

~ από isisveiled στο Νοέμβριος 22, 2006.

5 Σχόλια to “η γιαγιά Ντακ”

  1. (apla yperoxo!)

  2. Πολύ μου αρέσει η γιαγιά Ντακ. Προσπάθησα να τη μιμηθώ κάποτε, αλλά δε μου βγήκε επειδή δεν έχω την υπομονή της και βαριέμαι πολύ εκείνους που… βλαστούν εκεί που δεν τους σπέρνουν

  3. Το νόημα της ζωής ! Εμείς οι δραπέτες κάτι ξέρουμε ε ; :))))))

  4. @ enteka

    🙂

    @ αδαής

    δεν χρειάζεσαι υπομονή για να γίνεις γιαγιά Ντάκ, αντοχή χρειάζεσαι 😉

    @ ελληνίδα
    αμεεεε 🙂

  5. Ωραίο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: