και vice versa

Ισιωσε το φόρεμα της, μακρύ, μαύρο, κουμπωμένο μέχρι το λαιμό και κοίταξε προς τα πάνω με το πιο αθώο και βασανισμένο ύφος που μπορούσε να πάρει. Αυτό ακριβώς το ύφος που για ώρες πρόβαρε στον καθρέφτη του σπιτιού της, στο κάτω κάτω αυτός ο καθρέφτης ήταν ο καλύτερος της φίλος χρόνια τώρα.

Βγήκε από το δωμάτιο σαν οσία, και χαμηλοβλεπούσα άρχισε να γράφει ένα κείμενο για την Αγάπη. Διάλεξε ένα σετ λέξεων κατάλληλο για την περίσταση, όλο γλύκα, όλο προσποιητή αθωότητα, όλο ευλάβεια για το Θείο. Δεν παρέλειψε φυσικά, να συμφωνήσει με όλους όσους καμάρωναν την αξιοσύνη τους, με όσους είχαν αντικαταστήσει μερικά γράμματα του Εγώ και το είπαν Αγάπη. «Δε γαμιέται» είπε μέσα της, «μια δουλειά είναι κι αυτή, τι νομίζεις;» Για να είσαι αρεστός στον κόσμο, για να συντηρείς το εγώ σου δεν χρειάζεται παρά να βάλεις μια μάσκα. Κι έτσι την φορούσε καθημερινά, σχεδόν με το που άνοιγε τα μάτια από τον βραδινό ύπνο. Τόσο την είχε συνηθίσει αυτή την μάσκα, που στο τέλος την φορούσε ακόμα και μπροστά στον καθρέφτη και πίστευε πως, πράγματι, έτσι ήταν το πρόσωπο της.

Μάλιστα, πολλές φορές, αγανακτούσε με την έπαρση των άλλων (ειδικά όταν έλεγαν αλήθειες που δεν της άρεσαν) και παίρνοντας το πιο αθώο ύφος της, στηλίτευε τη συμπεριφορά τους. Σαν τον αυτοκράτορα όμως κυκλοφορούσε γυμνή στον κόσμο, φανταζόταν πως οι κόλακες που την περιστοίχιζαν της έλεγαν αλήθεια, για την εκθαμβωτική ομορφιά των ρούχων της και το περήφανο παράστημα της. «Εχετε απόλυτο δίκιο Κυρία» της ψιθύριζαν στο αυτί. «Να τα πείτε στον κόσμο αυτά, να ξεσκεπάσετε τους απατεώνες!»

Στην άλλη άκρη της πόλης, ζούσε η Αλλη. Είχε ένα τεράστιο πορτοφόλι και πλήρωνε καθημερινά, υπέρογκα ποσά για μερικά ψήγματα αλήθειας που ανακάλυπτε μες τα σκουπίδια και την βρωμιά. Τα έπαιρνε στα χέρια της, τα σκούπιζε με την ανάστροφη του φορέματος της και τα σήκωνε στον αέρα να ακουστούν. «Να, εδώ!» φώναζε και η φωνή της χανόταν στο πλήθος. Δεν χαμογελούσε συχνά, γιατί τα λεφτά για να αγοράσει αυτά τα ψήγματα έβγαιναν δύσκολα, με κούραση και ταπεινώσεις. Εξάλλου η αλήθεια σπανίως είναι ευχάριστη. Μάλιστα έτσι είχε καταφέρει να την ξεχωρίζει, από τις φτηνές απομιμήσεις, που μερικοί προσπαθούσαν να προωθήσουν στην αγορά.

Κι όπως δεν σπαταλούσε τα χρήματα της για λαμπερά φορέματα και μάσκες, ούτε η ίδια της η εμφάνιση δεν ήταν συμπαθής και ευχάριστη. Το φόρεμα της είχε λεκέδες από την λάσπη που σκούπιζε την αλήθεια, και η κούραση είχε αφαιρέσει το προσποιητό από τους τρόπους της. «Αυτή είναι η αλήθεια» έλεγε, «δεν θα σας την σερβίρω με πληθυντικούς ευγενείας, ούτε με δακρυσμένα μάτια». «Πλήρωσα γι’αυτήν με όλη μου την ζωή, της αφιέρωσα την ομορφιά και τα νιάτα μου, της θυσίασα όλη την καλοπέραση που θα μπορούσα να απολαύσω». Κάποτε την πλησίαζαν οι λακέδες της προηγούμενης, προσπαθώντας να την μπερδέψουν με δώρα και υποσχέσεις μιας πιο άνετης ζωής. Με αντίτιμο την σιωπή της, και την σύμπλευση με όσα η Κυρία τους, κήρυττε.

Αλλίμονο, και όταν αποκάλυπτε την απάτη, η λάσπη γινόταν πιο πηκτή, πιο δύσοσμη, πιο βάρβαρη. Κι έπρεπε να φωνάζει περισσότερο για να ακουστεί η φωνή της, πάνω από τις ψαλμωδίες, που συνέθεταν για χάρη της Κυρίας ταλαντούχοι καλλιτέχνες. «Δε γαμιέται» έλεγε η Αλλη «ουδείς προφήτης στον τόπο του»…

.. και ξαναγύριζε να πλύνει ξένες σκάλες για να κερδίσει τα χρήματα που χρειαζόταν για να βρει μερικά ψήγματα αλήθειας..

Advertisements

~ από isisveiled στο Δεκέμβριος 18, 2006.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: