Λευκός Θάνατος

Παραμέρισα λίγο το βαρύ σκοτάδι, και προχώρησα ένα βήμα μπροστά. Κι άλλο σκοτάδι μα διαφορετικό. Σαν ζωντανή ήταν ετούτη η νύχτα, λες και ψυχές πάλλονταν παντού γύρω μου, αδιάκοπα, ζωντάνευαν τον χώρο με το τραγούδι τους, ταλάντωναν τον ήχο, κι άλλο, κι άλλο..

Ελαστικό, ζωντανό, γεμάτο ήταν το σκοτάδι. Kι όλα έμοιαζαν να στριφογυρίζουν, αργά, ρυθμικά. Bρέθηκα να περπατάω σε ένα πάτωμα ασπρόμαυρο, ζωντανό όσο και το σκοτάδι που με τύλιγε, και ανταποκρινόταν στα βήματα μου : ουρανός, γη, ουρανός, γη, ουρανός..

Μέχρι να φτάσω στις δύο στήλες, τα μάτια μου είχαν συνηθίσει και γύρω μου στέκονταν πρόσωπα πολλά. Θαμπά, αλλά με μάτια διαπεραστικά, με βλέμματα χαμηλωμένα. Λες και ήξεραν πως καλούσαν κάτι οι φωνές τους, που δύσκολα θα μπορούσαν να ελέγξουν.

Πάνω στο τραπέζι ένα μικρό κουτί. Μακρόστενο. Αδειο. Και οι Αξιωματικοί των τεσσάρων Σημείων κοιτούσαν ασάλευτοι, κρατώντας τον Ορίζοντα που βάραινε.. Φλόγες από κεριά τρεμόπαιζαν παντού, οι Μαθητές ζαρωμένοι προσπαθούσαν να συμμετέχουν χωρίς να μιλάνε, οι Διδάσκαλοι εστίαζαν στο κουτί.

Βρέθηκα μέσα σ’αυτό το κουτί, μικρή σαν μπιζελάκι, και ξαφνικά τα κεριά άρχισαν να σβήνουν ένα ένα, μ’ένα φύσημα! Ναι, με ένα φύσημα. Και κάθε ανάσα που έβγαινε, έλεγε το όνομα μου. Και έσβηνε και ένα κερί. Μέχρι που ξαναβρέθηκα στο σκοτάδι. Βήματα, και κάποιος έκλεισε το καπάκι. Ησυχία..

Και κράτησε αυτή η ησυχία, και το νέο σκοτάδι, και το κενό, χρόνια πολλά.. Τόσα που η μνήμη νόμισε πως έτσι ήταν η ζωή. Κι έτσι νόμισαν κι αυτοί που είχαν καιρό γυρίσει τις πλάτες τους, και βγήκαν απ’ την αίθουσα, περπατώντας στα ασπρόμαυρα πλακάκια. Ουρανός, γη, ουρανός, γη, ουρανός, γη..

Δεν ήξεραν γιατί αρρώσταιναν, γιατί πέθαιναν άξαφνα, γιατί τόσες δυσκολίες και προβλήματα έφταναν στον δρόμο τους, μέχρι που κάποιος θυμήθηκε το μπιζελάκι.. Είχαν φυλακίσει την Shekinah σε μια μορφή, είχαν κόψει τον δρόμο προς το φως και αργοπέθαιναν όλοι.. Εψαξε να βρει το κουτί, να διορθώσει ό,τι έκαναν.. Μα ήταν αργά..

Ακουμπισμένο σε κάποιο σκοτεινό ράφι το κουτί δεν υπήρχε πια. Μόνο κάτι τεράστιο, που είχε βγάλει ρίζες στην υγρασία, είχε τρυπήσει το ταβάνι, είχε φάει τους τοίχους, είχε τραφεί με το σκοτάδι που το φυλάκισαν και έλαμπε καταπράσινο και ανθισμένο στο φως..

Εμεινε να κλαίει γονατιστός ο Μαθητής. Κι εγώ ξανάκανα τα βήματα : ουρανός, γη, ουρανός..

Advertisements

~ από isisveiled στο Δεκέμβριος 28, 2006.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: