damn you Eco!

Περιπλέοντας τις Αζόρες κάποτε, πέσαμε σε μια καταιγίδα και ναυαγήσαμε.. Είναι θολές οι εικόνες των τεράστιων κυμάτων, της αλμύρας να εισχωρεί στα πνευμόνια μου, του αέρα να περνάει σφυρίζοντας μέσα απ’ το δέρμα και τα κόκκαλα μου. Τα ξύλα του πλοίου γλυστρούσαν απ’ τα χέρια μας και ήταν αδύνατον να συγκρατηθεί κανείς. Αν σώθηκα, είναι γιατί μπλέχτηκε το πόδι μου σ’ ένα σκοινί και στο τέλος λιποθύμησα. Αυτό με κράτησε πάνω στο πλοίο που παρέμεινε ανέπαφο, ενώ φοβάμαι πως οι σύντροφοι μου που έψαξαν καταφύγιο στις μικρές ξύλινες βάρκες χάθηκαν όλοι..

Οταν βρήκα τις αισθήσεις μου, ο ήλιος έκαιγε ψηλά στον ουρανό, τυφλώνοντας τα μάτια μου που έτσουζαν από το αλάτι. Βήχοντας και βγάζοντας θάλασσα, έσκυψα και απελευθέρωσα το πόδι μου από το σκοινί. Με κόπο σηκώθηκα και κοίταξα γύρω μου. Τίποτα πάνω στο πλοίο δεν πρόδιδε την πρόσφατη καταιγίδα. Ολα ήταν στις θέσεις τους και μόνο οι άνθρωποι έλειπαν. Λικνιζόμασταν γλυκά σε μια ήρεμη γαλάζια θάλασσα και σε μικρή απόσταση ήταν ένα νησί με λευκές παραλίες, στεφανωμένο με φοίνικες και όμορφες πρασινάδες. Σχεδόν μπορούσα να ακούσω μέσα στην ησυχία τα πουλιά να τραγουδούν κι εκείνο τον χαρακτηριστικό ήχο του νερού που σέρνεται ήρεμα πάνω στην άμμο..

Τρόφιμα, νερό, εργαλεία και υλικά όλα στη θέση τους. Η επιβίωση μου ήταν εξασφαλισμένη. Εφαγα κάτι και βυθίστηκα γρήγορα στον ύπνο, ταλαιπωρημένος καθώς ήμουν. Με ξύπνησε ο ήχος βημάτων στο κατάστρωμα από πάνω μου και σηκώθηκα ελπίζοντας πως και κάποιος άλλος είχε σωθεί. Μάταια έψαξα παντού. Εμοιαζε λες και μόλις αυτός ο κάποιος είχε απομακρυνθεί από το σημείο που έφτανα εγώ. Ηταν σαν το φάντασμα κάποιου που αγαπούσα πολύ, να γύρναγε γύρω μου ξανά και ξανά και μόνο ο χρόνος, για ελάχιστα δευτερόλεπτα, να μη μας επέτρεπε να δούμε ο ένας τον άλλο… Μ’ αυτές τις σκέψεις έφτασε το βράδυ, και τρώγοντας κάτι έμεινα να κοιτάζω το παραδεισένιο νησί απέναντι..

Πέρναγαν οι μέρες και το «κυνήγι» του Αλλου, μου είχε γίνει έμμονη ιδέα, η οποία όμως στο τέλος άρχισε να φθίνει και να γίνεται περισσότερο ανάμνηση παρά παρόν βέβαιο και χειροπιαστό. Η προσοχή μου άρχισε να μετατοπίζεται στην ευτυχία που με περίμενε στο Νησί και έψαχνα τρόπους να φτάσω μέχρι εκεί. Είχαν χαθεί όλες οι βάρκες στην καταιγίδα και τα νερά ήταν πολύ ρηχά για να οδηγήσω το πλοίο μέχρι εκεί. Δεν μπορούσα όμως να ρισκάρω να αφήσω και το πλοίο και να κολυμπήσω μέχρι την ακτή. Η άγκυρα είχε κοπεί και μόνο ο καλός καιρός μας συγκρατούσε κοντά στην ακτή. Λίγο να φυσούσε και θα παρέσυρε μακρυά τα τρόφιμα και το νερό που είχα τόση ανάγκη. Κι αν αυτό συνέβαινε την ώρα που θα εξερευνούσα το Νησί? Αν στον δρόμο για τον Παράδεισο έχανα την επιβίωση?

Είμαι πρακτικός άνθρωπος και δεν τολμούσα να πάρω μια τέτοια απόφαση για χάρη ενός θελκτικού ονείρου. Για να διώχνω αυτές τις σκέψεις, με μανία έβρισκα να κάνω όλο δουλειές πάνω στο πλοίο. Καθάρισμα, επισκευές, ψάρεμα, καμμιά φορά έψαχνα και τον «Αλλο» για να ξεχνιέμαι.. Στη θέση του όμως, υπήρχε στο μυαλό μου η φευγαλέα κίνηση κάποιου ανάμεσα στα δέντρα, πέρα στην ακτή. Προσπαθούσα να διακρίνω ποιος ήταν, αλλά κι αυτός έμοιαζε να εξαφανίζεται με διαφορά λίγων δευτερολέπτων μέσα στις φυλλωσιές. Ηξερα ότι ήταν εκεί, αλλά υπέθετα ότι τον είχε δημιουργήσει η φαντασία μου, η επιθυμία μου ο Παράδεισος να είναι κατοικημένος, η ανάγκη να βρω το κίνητρο να φύγω απ’ το πλοίο. Να ρισκάρω την επιβίωση, να παλέψω για την ευτυχία του να ακουμπήσω ξανά ένα σώμα ζωντανό…

Κάποια βράδυα που με έκαιγε η μοναξιά, καθόμουν πίσω στα χαμηλά του πλοίου και βούταγα τα πόδια μου στο νερό. Δοκίμαζα τη θερμοκρασία του και το ήρεμο πλατάγισμα του πάνω στο δέρμα μου. Γρήγορα τα τραβούσα πάνω γιατί φοβόμουν πως δεν θα δω τα σαρκοβόρα, επιθετικά, ψάρια που υπάρχουν σ’αυτές τις θάλασσες.. Κι όσο περίμενα, τόσο έμοιαζε να ξεμακραίνει το Νησί. Ηταν εκεί, το έβλεπα, αλλά έμοιαζε όλο και πιο απρόσιτο για μένα. Λες και ο Παράδεισος είχε ήδη συμβεί, μιαν άλλη, προηγούμενη μέρα στη ζωή μου, και όσα ήταν επιθυμία και όνειρο τώρα έμοιαζε ανάμνηση..

Μερικά χρόνια μετά, οι επιβάτες ενός τουριστικού πλοίου βρήκαν τον σκελετό μου ξεραμένο στην ακτή. Κι έμειναν να αναρωτιούνται «γιατί αυτός ο άνθρωπος δεν κολύμπησε μέχρι το πλοίο που έστεκε ακόμα ανέπαφο στη θάλασσα.. ήταν γεμάτο τρόφιμα και νερό.. θα είχε επιζήσει..»

Advertisements

~ από isisveiled στο Ιανουαρίου 23, 2007.

4 Σχόλια to “damn you Eco!”

  1. από που για τον παράδεισο είπαμε;

  2. νομίζω από την αυταπάτη του και στο θάνατο κάνεις όλο δεξιά..

  3. Καλό. Πολύ καλό. Εξαιρετική η ιδέα και η υλοποίηση της αντιστροφής.

  4. το αιώνιο δίλλημα τι θα πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σε αυτό που χρειάζομαι και αυτό που θέλω, ανάμεσα στις αυταπάτες και τις σκέψεις μου, τη δειλία μου και το τώρα μου…
    είστε σίγουρη πως για το παράδεισο πάνε μόνο από κει;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: