η Παράσταση

Πάντοτε ήταν άσχημος. Αλλά όταν ήταν νεότερος η φτηνή μπογιά έστρωνε καλύτερα στο δέρμα του και κάλυπτε τις ατέλειες. Φόραγε μία βαριά στρώση λευκού make up και από πάνω έβαζε έντονο κόκκινο στα μάγουλα (το χρώμα της υγείας!) και στα χείλη (ένα χαμόγελο σατανικό έμοιαζε καθώς έβαφε σαν αίμα και τα δόντια). Η περούκα, όλο μπούκλες μαύρες μακρυές, ήταν τότε ακόμα καινούρια και καθόταν καλά στο μονίμως ξυρισμένο κρανίο του, ενώ τα ρούχα παρόλο που ήταν πολύχρωμα, έδειχναν καθαρά και περιποιημένα..

Μα τα χρόνια περάσαν, και η ηλικία θες, αυτό το μόνιμο κενό θες, που προσπαθούσε να καλύψει, ίσως και όλο αυτό το μακιγιάζ, έσκαψαν το δέρμα και βαθιές ρυτίδες αυλάκωσαν το πρόσωπό του. Η περούκα θάμπωσε, οι μπούκλες άνοιξαν και αγρίεψαν, και το κερί που περνούσε πάνω από τις τρίχες για τις στρώσει, με τα χρόνια ανέδιδε μια μυρωδιά ιδρώτα και εμετού. Το δέρμα στο κεφάλι του, είχε γεμίσει πληγές, γιατί δεν την έβγαζε καθόλου πια, καθώς δεν άντεχε να βλέπει τον εαυτό του χωρίς αυτήν. Τόσο είχει συνηθίσει την μπογιά στα μάγουλα και στα χείλη, το λευκό στο δέρμα, την περούκα, που έτρεμε στην ιδέα να ξαναδεί τον εαυτό του όπως ήταν αρχικά..

Αλλά αν ήταν άσχημος στα νιάτα του, τώρα το θέαμα ήταν αποκρουστικό. Επιπλέον δεν υπήρξε ποτέ καλός ηθοποιός, δεν είχε εκείνο το «κάτι» που σε καθηλώνει όταν τον βλέπεις στην σκηνή. Ηταν στομφώδης, με λόγο επιτηδευμένο και δύσκαμπτο. Καμάρωνε αλαζονικά πάνω στη σκηνή, και διάλεγε ρόλους που εξ’ ορισμού ήταν δυσνόητοι για να θαμπώνει τα πλήθη, που έχασκαν με το στόμα ανοιχτό καθώς δεν καταλάβαιναν τίποτα. Επέλεξε να είναι ηθοποιός γιατί λόγια δικά του δεν είχε και φυσικά οι λέξεις που είχαν ήδη γραφτεί από άλλους ήταν προσφορότερες.

Μα καθώς μεγάλωνε και η μνήμη του τον πρόδιδε, αλλά και το κενό αυξανόταν. Το χειροκρότημα το χρειαζόταν σαν τον αέρα που ανέπνεε, και έτσι προτίμησε να παίζει ρόλους πιο «λαϊκούς» για να συγκρατεί το κοινό του, να κόβει εισιτήρια, να απομακρύνει όσο το δυνατόν περισσότερο την περίπτωση του γιουχαϊσματος από την πλατεία. Τόσο μίζερη είχε γίνει η εμφάνιση του, που θύμιζε φιγούρα του θεάτρου σκιών, σκωροφαγωμένη και ξεφτισμένη, και σίγουρα θύμιζε καραγκιόζη.


Αντί του κοινού των μετρίων που είχε παλιότερα, έπαιζε για πενταροδεκάρες ή έστω ένα πιάτο φαι σε καταγώγια, που σύχναζαν κλέφτες, απελπισμένοι και άρρωστοι. Βέβαια, απαιτούσε οπωσδήποτε στην είσοδο φώτα λαμπερά να αναβοσβήνουν, και κάποιον με λιβρέα να μετράει τα εισιτήρια. Που και που, για να ικανοποιήσει το λαϊκό αίσθημα, έπαιρνε ρόλους επαναστατικούς, και φώναζε με δάκρυα στα μάτια για το δίκιο των φτωχών. Μόλις όμως έκλεινε η κουρτίνα, σιχτίριζε μέσα του κι αυτούς και το καταγώγι που τον φιλοξενούσε.

«Ανόητοι» μόρφαζε καθώς έκλειναν οι κουρτίνες..

Advertisements

~ από isisveiled στο Φεβρουαρίου 5, 2007.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: