ψαλμοί ΛΘ’ 39

Nα κράταγα λέει την τρέλλα και την λογική στα χέρια μου σαν κέρμα. Να το παίζω στα δάχτυλα μου, να γυρνάει από την μια και από την άλλη του όψη σαν παιχνίδι. Κι όποτε το είχα ανάγκη να το πέταγα ψηλά και να άφηνα την τύχη να αποφασίσει για μένα…

Να ‘χα δυό όψεις σαν το κέρμα και να είχα στην διάθεση μου ψευδαισθήσεις κι αυταπάτες σωρό, να βασίζομαι σ’αυτές όταν η λογική μου λυγίζει. Να πίστευα σε θεούς και δαίμονες τρομακτικούς, σε θεραπείες και τάματα, σε εξωγήινους, σε έρωτες αναπάντεχους που σε παρασέρνουν μακρυά.. Να ‘ταν η φαντασία οργιαστική, να έδινε μια σπρωξιά στην πραγματικότητα και να την έστελνε μακρυά. Να ‘ταν στο χέρι μου..

Κι όταν θα καθόμουν όλες αυτές τις ώρες σιωπηλή και μόνη, πιάνοντας κουβέντα με τα αντικείμενα και τις σκιές τους, να ζωντάνευα ξανά. Να χανόμουν σε λαβύρινθους συνομωσίας και σκοτεινών μυστικών, να εξιχνίαζα μυστήρια και να έβρισκα ένα νόημα, βαθύ κι απρόσιτο στη λογική σκέψη, για τα πάντα. Να μπορούσε να πάρει τον έλεγχο του μυαλού και της καρδιάς μου, κάτι παράδοξο τόσο πολύ που να μην υπάρχει γυρισμός. Να ακουμπούσα όλες μου τις ελπίδες και όνειρα μαγεμένα πάνω του, να φανταζόμουν φως εκεί που μόνο σκοτάδι βλέπει η λογική, να έπαιρνα ανάσες την ώρα που τελειώνουν… Αχ, και να ‘ταν στο χέρι μου και η τρέλλα και η λογική σαν κέρμα..

Να είχα αυτή την επιλογή, και να γινόταν μια τρέλλα το αποκούμπι μου. Να υιοθετούσα μια ζωή καθορισμένου μεγαλείου από το παρελθόν, μια Κλεοπάτρα μάλλον με έναν θάνατο τόσο σαγηνευτικό. Μια ρομαντική πριγκήπισσα, μια ξεχασμένη νεράιδα, μια ιέρεια, μια θεά ανίκητη. Να ‘ταν λέει η τρέλλα αυτή μια μέρα, το κουμπί που γυρνώντας το θα γλύτωνα από αυτή την πραγματικότητα, που σ’αφήνει μόνο σου να περπατάς αδιάκοπα προς ένα τέλος, που δεν έχει κανένα ενδιαφέρον.

Να έβλεπα σε κάθε ουρανό συννεφιασμένο, μόνο τον ουρανό του Λονδίνου, και σε κάθε φωτεινή επιγραφή του μετρό που ανακοινώνει τις αφίξεις να έγραφε : Embankment 2». Να άνοιγε το κλειδί μου ένα σπίτι μακρόστενο, καλυμμένο με μικρά τουβλάκια και να μου φαινόταν το κασέρι για cheddar.. Κι ας μην ήταν. Να ένιωθα μια ανάσα καυτή στην πλάτη μου στη μέση της βραδιάς, και ο καφές το πρωϊ να σερβιριζόταν σε δύο φλυτζάνια. Κι όταν η θλίψη θα με έτρωγε, να είχα έναν στίχο να ακουμπήσω που να λέει :

Θεέ μου μη βραδύνεις

Advertisements

~ από isisveiled στο Φεβρουαρίου 12, 2007.

3 Σχόλια to “ψαλμοί ΛΘ’ 39”

  1. «…και ο καφές το πρωϊ να σερβιριζόταν σε δύο φλυτζάνια»
    ότι πιο όμορφο διάβασα σήμερα και δεν θέλω να διαβάσω τίποτα άλλο. θα πάω να φτιάξω ένα φλυτζάνι καφέ.
    Να είσαι καλά.

  2. κι εσύ να ‘σαι καλά padrazo μου,
    μου έφτιαξες την διάθεση μ’αυτά που είπες 🙂

  3. Κάτι μου λέει ότι πλησιάζει Άνοιξη…
    Καλησπέρα 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: