La noce des los muertes

Παρίσταναν τους ζωντανούς από νωρίς χθες οι νεκροί. Φορώντας μάσκες και καπέλα, φτερά πολύχρωμα και κρατώντας σφυρίχτρες στα χέρια τους, είχαν ανακατευτεί με το πολύχρωμο πλήθος των νεαρών που γιόρταζαν το Καρναβάλι. Μέσα σε τόση φασαρία, φωνές και τραγούδια, μέσα στη ζάλη του χορού και του αλκοόλ ήταν σχεδόν αδύνατον να τους ξεχωρίσει κανείς..

Κι όμως, αν παρατηρούσες λιγάκι, έβλεπες πως από κάτω φορούσαν ρούχα καλά, αλλά συντηρητικά. Πως τα είχαν σιδερώσει με επιμέλεια, πως είχαν γυαλίσει τα παπούτσια τους και είχαν διαλέξει να φορέσουν το καλό ρολόι. Παλιές συνήθειες που ανέσυραν από τα μπαούλα του Χρόνου, από μια άλλη χώρα, μια άλλη εποχή. Εκείνην της αφετηρίας.

Δεν ξέρω γιατί κάποτε ξεκίνησαν για ένα τόσο μακρινό ταξίδι, που τους πήγε σε άλλο ημισφαίριο, να ζούν τις εποχές και τις ώρες ανάποδα, μα φαίνεται πως ο προορισμός τους κράτησε στο παρελθόν περισσότερο απ’ ότι υπολόγισαν. Κι ας έμοιαζε μέλλον. Πάντως όταν επέστρεψαν, φορτωμένοι τα βαριά τους πορτοφόλια ήταν νεκροί. Εδώ και πολλά χρόνια…

Πήγαν νωρίς στην ταβέρνα, γύρω στις οκτώ. Συνηθισμένοι σε άλλες ώρες δείπνου, υπέθεσαν πως το πρόγραμμα θα άρχιζε όπου να ‘ναι. Κι όσο η μουσική καθυστερούσε, έφαγαν και ήπιαν πολύ, αν και δεν θυμόντουσαν το κοτόπουλο με σαμπάνια και δαμάσκηνα να ανήκε στα παραδοσιακά φαγητά των ημερών. Είχαν εξάλλου διαλέξει το μαγαζί με κριτήριο, το αν το πάτωμα άντεχε τα πορτοφόλια τους, είχαν ψάξει για το ακριβότερο… Στη χώρα των νεκρών μόνο αυτό είχε σημασία, τόσα χρόνια μόνο γι’αυτό ζούσαν.

Στις πρώτες νότες της μουσικής τα μάτια τους άστραψαν. Ωραία, σκέφτηκαν, οι νότες θα μας φέρουν ξανά στην ζωή. Ομως κοίταξαν απορημένοι, όταν αντήχησαν τα σμυρνέικα στην αίθουσα. Τι είναι αυτά, είπαν μέσα τους. Δεν είναι ούτε τσιφτετέλια ακριβώς, ούτε μοιρολόι.. Φέρε παιδί μου, φώναξαν στον σερβιτόρο, αυτό το γλυκό πως το είπες με τους χουρμάδες και το γιαούρτι. Μους γιαουρτιού κύριε, απάντησε αυτός.. Αμέσως, αμέσως..

Δεν είχε σημασία τελικά. Ούτε η μους, ούτε οι χουρμάδες, ούτε τα σμυρνέικα. Είχαν ταξιδέψει (προς τα πίσω νόμιζαν), διασχίζοντας έναν ωκεανό και δύο ηπείρους. Και θα έκαναν αυτό που ήθελαν. Αρχιζαν να λικνίζονται στις καρέκλες τους, να φωνάζουν ώπα, να ανταλάσσουν τσαχπίνικα λόγια και χαμόγελα. Και τότε, οι μουσικοί λύγισαν και ακούστηκαν τα γνωστά λόγια «μες του αιγαίου, αιγαίου τα νεράαα..» Ναι, αυτό είναι, ναι! Και δώστου και σηκώνονταν, λίγο διστακτικά στην αρχή, απ’ την καρέκλα τους, μετά λίγο περισσότερο..

και μετά ήρθε το τσάμικο

και οι νεκροί σηκώθηκαν και χόρεψαν. Και για κάποιες ώρες δεν μπορούσες να τους ξεχωρίσεις από τους ζωντανούς, που τους κοιτούσαν με απορία. Χόρεψαν, φώναξαν, τραγούδησαν, πλήρωσαν και χάθηκαν στο χάραμα σαν τις σκιές..

Advertisements

~ από isisveiled στο Φεβρουαρίου 18, 2007.

4 Σχόλια to “La noce des los muertes”

  1. DEAD CAN DANCE σα να λέμε!

  2. έεεετσι! 😉

  3. οι ζωντανοί-νεκροί σε τι ρυθμό χορεύουν; :/

  4. «..I cant dance, I cant talk.
    Only thing about me is the way I walk.
    I cant dance, I cant sing
    Im just standing here selling everything…»

    Genesis

    νομίζω κάτι τέτοιο Raffinata μου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: