κι εγώ σαν άνεμος θα φύγω θα χαθώ..

Στην αρχή ο Αέρας γυρόφερνε στο γυάλινο μπουκάλι, κολακευμένος που στα τοιχώματα του έβρισκε προστασία και ένα μέρος να ακουμπήσει και να χαϊδευτεί. Εκανε γύρους και περιστροφές στην εσωτερική επιφάνεια, έφτιαχνε μικρές δίνες στον πάτο του μπουκαλιού και θαύμαζε τις παραμορφώσεις του έξω κόσμου μέσα από το στρογγυλεμένο γυαλί. Ηταν πολύ όμορφα.

Το κρύο αργούσε να τον επηρεάσει και η θερμότητα σπάνια άλλαζε την κινητηκότητα του. Ξεπέζευε ο Αέρας το άρμα της αέναης κίνησης και ευχαριστημένος αποκοιμιόταν στην αγκαλιά του διάφανου υλικού. Σαν ήθελε να γιορτάσει, απλά άλλαζε σύσταση και χρώμα και τότε μικρά πολύχρωμα σύννεφα εμφανίζονταν μες το μπουκάλι, άλλοτε ανακατεμένα, άλλοτε στην σειρά σαν ουράνιο τόξο. Τις νύχτες που ήταν ερωτευμένος ο Αέρας, φύσαγε την δροσιά που είχε κατακαθήσει στα τοιχώματα, και την έκανε μικρές φυσαλίδες, που έβγαιναν απ’ το στόμιο του μπουκαλιού σαν αυτές κάποιας σαμπάνιας μοναδικής…

Ωραίες εποχές αυτές. Ο Αέρας πίστευε πως έτσι θα ήταν μονίμως τα πράγματα, και δεν δίσταζε να βάζει όλο και περισσότερο απ’ τον εαυτό του στο μπουκάλι. Του είχε πλέον εμπιστοσύνη, καθώς άντεχε τις απότομες αλλαγές στην κατεύθυνση του και δεν παραπονιόταν ποτέ. Είναι πραγματικά περίεργο πως ήρθε μια μέρα που ο τ’ αγέρι ένιωσε εγκλωβισμένο. Πως ένιωσε ότι το μπουκάλι, οι πόροι του γυαλιού είχαν σταματήσει να δέχονται με χαρά τα χάδια και τις περιποιήσεις του και απόμεναν σιωπηλά και ακίνητα. Σαν να συνειδητοποίησε ξαφνικά, έτσι όσο έκανε ένα δευτερόλεπτο γήινου χρόνου να καταγράψει την σκέψη, πως αυτό που θεωρούσε αγκαλιά δεν ήταν παρά κάτι χωρίς ψυχή, χωρίς επιθυμίες, χωρίς όνειρα. Εστεκε απλά εκεί το μπουκάλι και ο Αέρας φαίνεται πως φαντάστηκε τις αλλοτινές τους περιπτύξεις.

Θύμωσε τότε το αγέρι.. Πολύ.. Χτυπήθηκε με μανία πάνω στο γυαλί μέχρι που θερμάνθηκε τρομερά. Πύρωσε και κόρωσε ο Αέρας και όσο ανέβαινε η θερμοκρασία τόσο περισσότερο αυτός στριφογύριζε με λύσσα. Το μπουκάλι δεν άντεξε για πολύ και έσπασε σε χιλιάδες θρύψαλα που ο Αέρας φρόντισε να σκορπίσουν στα πέρατα της γης. Εκεί που τώρα ταξίδευε, δεν είχε αγκαλιά, δεν είχε πουθενά να ακουμπήσει και ήταν κουρασμένος. Δεν είχε κανέναν να χαϊδέψει, αλλά τουλάχιστον είχε την δική του ψυχή παρέα…

Advertisements

~ από isisveiled στο Μαΐου 29, 2007.

2 Σχόλια to “κι εγώ σαν άνεμος θα φύγω θα χαθώ..”

  1. Μερικές φορές ο Αέρας δεν το σπάει το μπουκάλι. Φεύγει και ξεσπά τον θυμό του σαν μανιασμένη θύελλα στους κόκκους της ερήμου. Γιατί δεν μπορεί να πιστέψει ότι απλά φαντάστηκε τις αλλοτινές τους περιπτύξεις…

    Αχ βρε Ίσιδα… μερικές φορές νομίζω ότι είναι μαζοχισμός να σε διαβάζω… Πυρακτωμένα καρφιά οι λέξεις σου που στοχεύουν το κέντρο της ύπαρξής μου…

  2. και που να ξερες τι μαζοχισμός είναι να τα γράφω όλα αυτά..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: