the old man and the sea

.

old-man-and-the-sea1

 

.

Κάνε πιο κει κοπελιά, μουρμούρισε κάτω απ’ τα μουστάκια του ο γέρος, μου πατάς τα δίχτυα και παιδεύομαι τόση ώρα να τα ξεμπλέξω. Αν κάτσεις στην άκρη, να λίγο πιο κει, να κρύβεις με το κορμί σου τον ήλιο, να μη μου καίει τα μάτια, θα σου πω και μια ιστορία να περάσει η ώρα.

Με τις πλεξούδες μισολυμένες, έτσι όπως έτρεχε γυρίζοντας απ’ το σχολείο, η μικρή κάθισε παράμερα όλο ενδιαφέρον και περιέργεια για την ιστορία που θα άκουγε. Μικρές καστανές τουφίτσες απ’ τα μαλλιά της, χρύσιζαν καθώς καθόταν κόντρα στον ήλιο, κι ο αέρας τις μπέρδευε όπως τα κύμματα τα δίχτυα. Η παλιά δερμάτινη τσάντα της παρατημένη πιο πέρα, τα βιβλία να εξέχουν από μέσα έτοιμα να δραπετεύσουν. Μάγουλα αναψοκοκκινισμένα απ’ την τρεχάλα και την ζέστη, το πουκάμισο της μόλις που συγκρατούνταν από την κοντή σχολική φούστα και στα πόδια της τα καλτσάκια είχαν σουρώσει στα παπουτσάκια της. Οχι αρκετά μεγάλη για να κάνει σκιά του γέροντα, μα περίεργη σα γάτα που οσμίστηκε φρέσκο ψάρι.

Ηταν που λες, ξεκίνησε ο γέρος, κάποτε, μακρυά πέρα απ’ το ακρωτήρι του ψευτο-Πέτρου, δέκα μίλια πέρα απ’ τα βράχια, ο καλύτερος τόπος για ψάρεμα. Χιλιάδες, εκατομμύρια πέρναγαν τα ψάρια ταξιδεύοντας για πιο ζεστά νερά, κι έφτανε μια βδομάδα εκεί για να σβήσεις τα χρέη μιας ολόκληρης χρονιάς. Αν δεν ξεχνιόσουν από απληστία, πριν αλλάξει ο καιρός, όλα παρέμεναν ήσυχα και αποδοτικά και όλοι έβγαζαν μεροκάματο. Μόλις όμως έφταναν οι παγωμένοι αέρηδες από τα βορινά, η θάλασσα γινόταν αφιλόξενη και αντάριαζε. Αν είχες μυαλό, σταματούσες έγκαιρα το ψάρεμα, και καθόσουν προφυλαγμένος στην ταβέρνα του μπάρμπα πίνοντας και χαζεύοντας τους αφρούς να αναδεύονται.

Ενα βράδυ, πιωμένος και με το παραπάνω, έχοντας εμπιστοσύνη στα νιάτα και στο σκάφος μου, είπα πως τα καλύτερα κοπάδια ακόμα δεν είχαν περάσει απ’ τα μέρη μας. Κι όλοι οι υπόλοιποι στην ταβέρνα, ή είχαν φύγει βαριεστημένοι από νωρίς, ή ήταν τόσο ζαλισμένοι κι αυτοί απ’ το αλκοόλ που ψέλλισαν μόνο λίγες αντιρρήσεις και μ’ άφησαν να φύγω. Μόνο το κίτρινο αδιάβροχο μου φόρεσα και πήδηξα στο σκάφος. Ηταν η θάλασσα φουσκωμένη και μαύρη, αλλά τίποτα που να με κάνει να φοβηθώ πως δεν θα τα καταφέρω. Η νύχτα ήταν ξάστερη και στρίβοντας απ’ το ακρωτήρι, απλώθηκε μπροστά μου η απεραντοσύνη του ωκεανού. Βούϊζε η θάλασσα πάνω στα ξύλα του σκάφους κάνοντας τα να τρίζουν. Κάτι παλιοί, ξεχασμένοι, τενεκέδες πήγαιναν κι έρχονταν στο κατάστρωμα, αλλά δεν με ένοιαζε ακόμα κι αν έπεφταν στην θάλασσα. Είχα μαζί μου ακόμα ένα μπουκάλι, και πίνοντας και μανουβράροντας πλάι στην κόψη των κυμμάτων πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της βραδυάς.

Λίγο πριν ξημερώσει μονάχα, μου φάνηκε πως μαζί με τα ψυχρά ρεύματα, ένα άλλο πιο ζεστό αναδύθηκε στην επιφάνεια και δεν είχα κάνει λάθος. Μέχρι να το καλοσκεφτώ ψυχρός και ζεστός αέρας στροβιλίστηκαν και παρέσυραν μαζί τους και τα νερά. Ξεθόλωσα αμέσως γιατί κατάλαβα πως αυτό θα γινόταν επικίνδυνο. Ο ήλιος δεν είχε σκάσει ακόμα στον ορίζοντα, αλλά ήδη μπορούσα να διακρίνω τη δίνη να διαμορφώνεται σιγά σιγά. Κι έγινε ο ήχος της ξαφνικά μονότονος, ρυθμικός και έντονος σαν κεραυνού που σπάει τον κορμό δέντρου. Γυρνοβόλαγαν τα κύμματα, γύρναγα κι εγώ μαζί τους, πιο αργά στην αρχή και μετά όλο και πιο γρήγορα. Καθώς χάραζε, οι γλάροι σηκώθηκαν και βούταγαν στην τεράστια χοάνη που εμφανίστηκε, τσιμπολογώντας την εύκολη πια λεία τους. Είχα δίκιο. Τα καλύτερα κοπάδια ψαριών μόλις τώρα είχαν έρθει. Και στριφογύριζαν κι αυτά μες τα νερά, ασημώνοντας τις πλευρές της χοάνης και κάνοντας την να μοιάζει με πολύτιμο σκαλιστό σκεύος από ασήμι.

Ηταν αδύνατο να ξεφύγω πια. Η μηχανή δεν μπορούσε να πάει κόντρα στη μανία του νερού που όλο και πιο κοντά με έφερνε στο κέντρο. Στο τέλος το πήρα απόφαση πως δε σώζομαι κι έμεινα να θαυμάζω μόνο την άγρια ομορφιά της δίνης. Ούτε το σταυρό μου έκανα, ούτε ικέτεψα το Θεό να με σώσει. Τόσο μεγαλειώδες ήταν το θέαμα, το νερό ορθωμένο σαν τοίχος γύρω μου, κι εγώ να βλέπω διάφανα στα πλευρά του, που δεν ανησυχούσα πια. Κρατιόμουν μόνο καλά για να μη συντριφτούν τα κόκκαλα μου πάνω στο ίδιο μου το σκάφος. Γύρναγαν τα ψάρια γύρω μου, γύρναγαν φύκια και αστερίες, γύρναγαν μερικά ξύλα που είχαν βυθιστεί καιρό. Γύρναγε η σκέψη μου, το μυαλό μου, τα μάτια μου. Γύρναγαν όλα…

Και τότε σε μια στιγμή απόλυτη τα πάντα σταμάτησαν και βρέθηκα στο κέντρο της χοάνης, ακουμπισμένος στο βυθό. Σε ένα σημείο αμμουδερό και φιλόξενο με σκορπισμένα γύρω μου κοχύλια και άλλους θησαυρούς της θάλασσας. Κι όσο κι αν σου φανεί περίεργο, τότε ξαφνικά, η χοάνη κατέρρευσε αλλά όχι πάνω μου. Σαν να βυθίστηκαν τα υδάτινα τείχη πρώτα μέσα στον εαυτό τους και μετά με ένα πλόπ! με πέταξαν σώο στην επιφάνεια. Ο ήλιος είχε βγει, τα νερά χρύσιζαν φουσκωμένα από κάτω μου κι εγώ επέστρεφα στη στεριά.

Αντε πέρασε η ώρα και θα σε ψάχνουν για το γεύμα οι γονείς σου, και μην ακούς ποτέ παραμύθια από ξένους γέρους που συναντάς. Μπορεί μεγαλώνοντας το μυαλό σου να φουσκώσει σαν την θάλασσα, να γίνουν οι σκέψεις άνεμοι αντιμαχόμενοι και η δίνη να δημιουργηθεί απ’ το τίποτα. Και δεν είναι όλοι τυχεροί να της ξεφύγουν ξέρεις..

~ από isisveiled στο Σεπτεμβρίου 13, 2007.

3 Σχόλια to “the old man and the sea”

  1. δυστυχώς δεν είναι…

  2. Όμορφο. Τα σέβη μου:)

  3. @ dreamerland

    κι όπως λέει και ο αγαπημένος μου Εκκλησιαστής «στου Χρόνου μέσα τα γυρίσματα όλοι τους κρέμονται από μία Σύμπτωση»

    @ Αδαής

    ευχαριστώ πολύ!🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: