μέσα απ’ τις πέτρες και τα κάστρα του, πονάει το Μεσολόγγι


H μνήμη μπορεί, φαίνεται, να φύγει στον άνεμο σαν μαντήλι μεταξωτό. Αν δεν την κρατήσεις σφιχτά ανάμεσα στα δάχτυλα σου γλυστράει και ανεμίζει για λίγο μπροστά στα μάτια σου, πετάει σαν παράξενο φίδι στον αέρα κι έπειτα χάνεται. Ισως μέσα στις παραξενιές του σύμπαντος να σκαλώνει κιόλας κάπου, σε κάποιο δέντρο μακρινό, ή ακόμα και στο μπαλκόνι ενός αγνώστου χιλιόμετρα μακρυά.

Πρώτη χάνεται η εικόνα. Κοιτάς τις φωτογραφίες και αντικρύζεις στα μάτια έναν ξένο, κάποιον που αναρωτιέσαι πως ήταν το δέρμα ή τα πόδια του. Οχι λάθος.. Η μνήμη του ήχου χάνεται πρώτη. Δεν θυμάσαι τι ήχο είχε το κινητό, πως ανάσαινε το βράδυ που κοιμόταν, την πόρτα του αυτοκινήτου που έκλεινε φτάνοντας στο σπίτι. Κι ενώ σου είχαν υποσχεθεί πως η όσφρηση παραδίδεται τελευταία στην λήθη, κάπου εκεί ανάμεσα διαλύεται κι αυτή. Κάπως αόριστα υποθέτεις πως ήταν γλυκειά η μυρωδιά του, ακόμα και όταν θύμωνε, πως κάποια κολώνια του πήγαινε περισσότερο απ’ τις άλλες. Η γεύση πάλι μοιάζει σαν να μην υπήρξε ποτέ. Θυμάσαι απλά πως σου άρεσαν τα ψητά λαχανικά για σαλάτα, το φοντύ με την κρύα μπύρα, μα εντελώς θεωρητικά σαν να διαβάζεις βιβλίο μαγειρικής. Ισως και να ήταν ο ιδρώτας του αλμυρός. Τελευταία, φεύγει η αίσθηση της αφής των δαχτύλων πάνω στην πλάτη σου, και στο τέλος του τέλους χάνεται η πρώτη αγκαλιά που σε κράτησε για να κοιμηθείτε. Πετάνε στον αέρα, φιδογυρίζουν, εξαφανίζονται στον ορίζοντα.

Κάτι μνήμες πάνω στις ηθικές αρχές, στην καλοσύνη, στην αφέλεια ή τον παρορμητισμό του σε τριγυρνάνε ακόμα για λίγο. Ισως γιατί, μια ιδέα μπορεί να σφηνωθεί στον εγκέφαλο, σαν καρφί πυρωμένο, περισσότερο κι από εικόνα ή ήχο αγαπημένο. Αυτά είναι που σε τυραννάνε για λίγο μέχρι να τα παρασύρει κι αυτά ο αέρας, κι ας προσπαθείς μάταια να τα κρατήσεις. Στα παλάτια της μνήμης του δικού σου σύμπαντος, μένουν σαν κουρέλια πολύχρωμα, ψήγματα ακατάληπτα πια, κομμάτια μιας ζωής που σε εγκαταλείπει για να κάνει χώρο για μια νέα. Κρέμονται τα κουρελάκια πάνω στις πολεμίστρες, στα κάστρα του μυαλού σου, ανεμίζουν σαν σημαιάκια περίεργα και αστεία. Κι ένα χρόνο μετά, διαπιστώνεις ότι ο αέρας τα έχει παρασύρει ακόμα μακρύτερα.

Στο τέλος σκίζονται και τα λάβαρα του πόνου, που ανέμιζαν περήφανα μπροστά στις πύλες της συνείδησης σου. Αυτά που κι αν ήταν κεντημένα με δάκρυα, με προσδοκίες ματαιωμένες, με βλέμμα που αντίκρυζε το σκοτάδι συνεχώς στο φόντο, και στα περιθώρια το όνομα του γραμμένο με χιλιάδες πύρινους τρόπους. Ανεβατό και κυρίως σταυροβελονιά. Μένει μια μέρα, που παραλίγο κι αυτή να σου ξεφύγει, που σαν εθνική γιορτή παρελαύνουν κάτι ελάχιστα που απόμειναν κάτω απ΄ το μικροσκόπιο της σκέψης σου. Μόλις χάσεις την εστίαση, μοιάζουν κι αυτά αόρατα.

Advertisements

~ από isisveiled στο Οκτώβριος 17, 2007.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: