Κι έπειτα ήρθαν τα σύννεφα..

Στην αρχή ο αέρας ξεκίνησε να κάνει στροβίλους χαμηλά στο έδαφος, παρασέρνοντας και στριφογυρνώντας τα φύλλα και τα σκουπίδια. Οι κορφές των δέντρων έστεκαν ακίνητες, και μόνο στα χαμηλά φυσούσε. Σίγουρο σημάδι πως η βροχή ερχόταν. Κι όλα έμοιαζαν βουβά και ήσυχα, σαν να προμηνούσαν καταστροφή.

Με τις πρώτες αστραπές, στάλες χοντρές άρχισαν να πέφτουν, κάνοντας λάσπη την σκόνη που είχε κατακαθήσει παντού. Μικροί φαιοί λεκέδες σε τζάμια και τοίχους, θολοί και βρώμικοι. Πλήθυναν οι αστραπές και μετρώντας – ένα, δύο, τρία..- έφτανες μέχρι την βροντή. Ανοιξαν εκείνη τη στιγμή οι ουρανοί και οι σταγόνες γίνανε ψιλές και διαπεραστικές. Επεφτε η μία πάνω στην άλλη με ορμή, με τον αέρα να τις ωθεί όλο και πιο βίαια πάνω στις επιφάνειες, να ξεπλένει την προηγούμενη λάσπη, τη σκόνη, να παρασέρνει το χώμα, τα κλαδιά που μπορούσες να πιαστείς, καμμιά φορά και ολόκληρους κορμούς δέντρων.

Το κρεβάτι ήταν ζεστό και στεγνό, προφυλαγμένο από όλα τα στοιχεία της φύσης, με πούπουλα και κουβερτούλες χνουδωτές, στο πλάι ένα φλυτζάνι τσάι ζεστό και μπισκοτάκια. Ολα γύρω ήταν μαγικά, αν εξαιρέσεις τους κεραυνούς που συνέχιζαν να πέφτουν σκίζοντας την ομορφιά με έναν ήχο αναπάντεχο όπως η ζωή. Ο Νίκος και η Μαρία, είχαν πέσει ο καθένας στα κρεβατάκια τους και προσπαθούσαν να κοιμηθούν, μα μάταια…

Κάθε βροντή έκανε τις καρδιές τους να χτυπούν γρήγορα, σαν άλογα που καλπάζουν φρενιασμένα στο δάσος από κίνδυνο που πλησιάζει. Εκλειναν σφιχτά τα μάτια τους, μα τότε το σκοτάδι γινόταν πιο έντονο, κι ο ύπνος απομακρύνονταν περισσότερο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, από τα παράθυρα οι αστραπές φώτιζαν για μια στιγμή τα δέντρα και το δωμάτιο γέμιζε σκιές απάνθρωπες που κινούνταν απειλητικά προς τα πάνω τους. Και μετά ξανά σκοτάδι, ησυχία για λίγο, τόσο όσο να μετρήσεις ξανά – ένα, δύο, τρία.. – και μετά ο ήχος να ξεσκίζει τα πάντα..

Μαζεύοντας όλο το κουράγιο τους, άφησαν τα κρεβάτια τους κι ήρθαν στα πούπουλα και τις χνουδωτές κουβερτούλες, εκεί που το τσάι μοσχομύριζε αχνιστό στην κούπα. Χώθηκαν στην αγκαλιά μου, και τα δάκρυα του φόβου τους, μούσκευαν τα μαλλιά και τις βλεφαρίδες που κόλλαγαν πάνω στο δέρμα τους. Ετρεχαν τα δάκρυα κι έσκαβαν κόκκινα αυλάκια πάνω στο ευαίσθητο τους δέρμα. Ζάρωναν οι μυτούλες και τα στοματάκια τους απ’ τους λυγμούς, κι εγώ χάϊδευα τα κεφαλάκια τους και τα φιλούσα. Μούσκευε το νυχτικό μου από τα δάκρυα τους, έβρεχε το στήθος μου ο τρόμος τους και η καρδιά τους χτυπούσε πάνω στα πλευρά μου καθώς είχαν γραπωθεί πάνω μου.

Τράβηξα την κουβέρτα πάνω τους, και τους είπα για τα σύννεφα που έρχονται.. Τους είπα για την βροχή που ξεδιψάει τη γη, που ποτίζει τα δέντρα, και αρωματίζει το χώμα. Τους είπα για τις αστραπές, που είναι κορδέλες του Θεού, που ρίχνει απ’ τον ουρανό για να χορεύουμε σαν γαϊτανάκι τη ζωή και το θάνατο εναλλάξ. Για τα φύλλα που σαπίζουν με το νερό και απ’ αυτά τρέφονται οι τριανταφυλλιές που θα ανθίσουν την άνοιξη. Τους είπα για τα σαλιγκάρια που θα βγούν μετά την βροχή, και το ουράνιο τόξο. Τους είπα για τις σταγόνες που θα μείνουν ακίνητες πάνω στα κλαριά σαν κρύσταλλα.

Πάψαν τα δάκρυα τους τελικά, και αποκοιμήθηκαν στην ποδιά μου. Σκούπισα τα μαλλιά στο μέτωπο τους και τα ίσιωσα. Σκούπισα τα μάγουλα τους κι όλο το βράδυ έμεινα να χαϊδεύω τους φόβους τους μέχρι να φύγουν, όπως τα σύννεφα.

Advertisements

~ από isisveiled στο Οκτώβριος 21, 2007.

Ένα Σχόλιο to “Κι έπειτα ήρθαν τα σύννεφα..”

  1. :/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: