stand under my umbrella

.

Eλεγα λοιπόν, να σε πάρω, και να πάμε Μαρακές. Αύριο πρωι να είμαστε εκεί, πριν ανέβει ο ήλιος. Εσύ, εγώ και μια τσάντα γεμάτη πόνο και μοναξιά. Την τσάντα θα την χάναμε στο αεροδρόμιο και οι φρουροί ασφαλείας, θα απορούσαν πως μια άδεια βαλίτσα μπορεί να δείχνει τόσο δυσοίωνη. Εσύ με ένα λευκό κοστούμι, λευκά παπούτσια και καπέλο. Οχι κατάλευκα, ζαχαρί που σου πάει. Κι εγώ με ένα φόρεμα μακρύ, λινό, στα χρώματα της άμμου και πόδια γυμνά.

Θα φόραγα στα χέρια μου βραχιόλια να κουδουνίζουν κι εσένα θα σου έκανα δώρο ένα ρολόι με αλυσίδα. Κάποιος απ’ τους δυό μας θα κρατούσε μια βεντάλια κι ο άλλος έναν χάρτη. Στην πραγματικότητα όμως ούτε η βεντάλια θα ανέμιζε ούτε τον χάρτη θα κοιτούσαμε. Απλά για το ντεκόρ.

Θα ακολουθούσαμε τον οδηγό μας σε ένα σπίτι νοικιασμένο μόνο για μας. Απ’ αυτά που δεν μπορείς να μαντέψεις την ομορφιά και την άνεση που κρύβεται μέσα από τους τοίχους που το ζώνουν. Με φοίνικες στην εσωτερική αυλή και πουλιά να κελαηδούν, γάτες να βρίσκουν δροσιά στις σκιές και νερό να τρέχει συνεχώς στην πισίνα.

Εγώ θα ξέρω, όπως τόσο καιρό τώρα ήξερα, κι εσύ θα προσαρμόζεσαι σ’ αυτό που ήξερες πως ξέρω αλλά δε γνώριζες. Θα μπορούσαμε να μη μιλάμε καν. Να παίζει σε δίσκο βινυλίου ή σε παλιό ραδιόφωνο τραγούδια της Μπίλυ και της Ελλα, ο αέρας να στέκεται ασάλευτος στη ζέστη, και μόνο το βράδυ αφού οι τοίχοι βάφονταν άλικοι, να δρόσιζε το μάρμαρο κάτω απ’ τα πόδια μας. Εγώ θα μπορούσα να στο πω γιατί θα ήμουν ξυπόλυτη.

Θα αφήναμε στο πλάι τη βεντάλια και θα αρχίναγες το τραγούδι που σε έφερε μέχρι εδώ. Αλλοτε κοιτάζοντας τον μαβί ορίζοντα, άλλοτε αναστενάζοντας κοιτώντας τα νερά. Οι δίσκοι θα έμεναν φορτωμένοι γλυκά δίπλα μας, κι ανόρεχτα ίσως θα τσιμπάγαμε κάτι κάθε τόσο. Τσάι με κάρδαμο αρωματισμένο, με μαραθόσπορο, με γλυκάνισο να γλυκαίνουν τις νότες σου εκείνες που θα μοιάζουν με λυγμούς.

Ξαπλωμένοι σε ψάθινες chaises longues, ή άλλοτε περπατώντας γύρω απ’ την πισίνα, ακόμα και καθισμένοι στο χλιαρό ακόμα δάπεδο με τα περίτεχνα μωσαϊκά. Με αυτή την γλυκιά αποχαύνωση που φέρνει η θλίψη και η ζέστη. Να μας πάρει ο ύπνος ξημερώματα πια.

Οταν ξυπνήσεις, μεσημέρι πια, θα με βρεις καθισμένη στην άκρη της πισίνας να πλατσουρίζω ανόρεχτα με τα πόδια μου στο νερό. Διαγράφοντας κύκλους και ημικύκλια, να σκέφτομαι εφαπτόμενες καμπύλες και τεμνόμενες ζωές, ελαφρώς ζαλισμένη από κάτι δροσερό κι αλκοολούχο που έπινα όλο το πρωι.

Κι όταν θα σε έβλεπα να βγαίνεις θα σου έλεγα έλα, έλα, stand under my umbrella..

υ.γ. Ψάξε να βρεις την εκτέλεση από την Mandy Moore

Advertisements

~ από isisveiled στο Ιανουαρίου 21, 2008.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: