σσσσσσςςςςς….

.

Πήρα να ανεβαίνω το δρόμο στο βουνό, χωρίς να δίνω σημασία στην ώρα που περνούσε. Περπάταγα και περπάταγα κι ο ήλιος ανέβαινε κι η ατμόσφαιρα γινόταν πιο αραιή. Οσο προχωρούσα τόσο περισσότερο μεγάλωνε η επιθυμία μου να προχωρήσω κι άλλο. Κι ούτε κουραζόμουν, ούτε με ένοιαξε όταν βρέθηκα σε μια ζώνη περικυκλωμένη με σύννεφα. Μόνο τις αχνές γραμμές των δέντρων διέκρινα, κι αυτά μόνο αν ήταν κοντά μου. Σχεδόν δεν καταλάβαινα το έδαφος που πατούσα. Μόνο τα πουλιά να κελαηδούν άκουγα κάπου μακρύτερα, και τα ξερόκλαδα να σπάνε κάτω απ’ τα βήματα μου. Που και που μερικά πετραδάκια να κατρακυλάνε και τίποτα άλλο.

Ηταν μια ομίχλη, τόσο πυκνή και τόσο λευκή, το σύννεφο αυτό, που έμοιαζε με γάλα που ξεχύθηκε απ’ τον ουρανό. Περπατούσα μέσα του χωρίς να σταματήσω να ανεβαίνω. Πως ήξερα ότι ακόμα ανεβαίνω και δεν κλωθογυρίζω συνεχώς στο ίδιο σημείο δεν ξέρω, αλλά ήταν μια αίσθηση σαφής, σαν κάποιος να με τράβαγε απ’ το μανίκι. Ολο και πιο πάνω. Αργότερα ένιωσα το σύννεφο βαρύ. Σαν να κράταγε μέσα του την μανία μιας καταιγίδας, ψάχνοντας να την απελευθερώσει σε μέρη πιο χαμηλά και ανύποπτα. Το είδα να σκοτεινιάζει και ύστερα άρχισαν να ξεθωριάζουν και οι γραμμές των δέντρων.

Η καταιγίδα νόμιζα. Βάρυνε, τόσο πολύ που δεν αφήνει το φως να περάσει. Μα είχε μονάχα πέσει ο ήλιος, εδώ και ώρα. Ούτε αυτό με σταμάτησε. Οποιος με τραβούσε απ’ το μανίκι απ’ την αρχή, τώρα έμοιαζε να σπρώχνει ολόκληρο το σώμα μου προς τα μπρος, όλο και πιο ψηλά. Μέχρι που ξαφνικά ο αέρας καθάρισε και αντίκρυσα το βαθύ σκοτάδι της νύχτας να ξεπροβάλει, πάνω απ’ το τελευταίο ίχνος αυτού του γιγάντιου σύννεφου. Το είδα μάλιστα σαν να στραφταλίζει απόκοσμα λίγο πιο κάτω από κεί που τώρα στεκόμουν. Απόρησα κιόλας, πως μπορώ να διακρίνω το σύννεφο, γκριζόλευκο, μες το σκοτάδι.

Εκεί που ήμουν δεν είχε πια δέντρα. Μόνο βάτα και βράχια γυμνά, που κι αυτά ξεχώριζαν αρκετά καθαρά. Κοίταξα τα χέρια μου, να λούζονται από φως, είχα ακόμα και σκιά. Σταμάτησα να ανεβαίνω, στάθηκα και κοίταξα προς τα κάτω. Ο ουρανός, εγώ, τα βράχια, το σύννεφο, μια σκοτεινή περιοχή που πρέπει να ήταν τα δέντρα στους πρόποδες του βουνού, και κάπου μακρυά τα φώτα της πόλης. Τι έκανε άραγε αυτή τη νύχτα τόσο φωτεινή?

Η απάντηση στην απορία μου, στεκόταν σχεδόν κάθετα πάνω απ’ το κεφάλι μου στο στερέωμα. Μια σελήνη λαμπρή, ασημένια τόσο που έμοιαζε γαλάζια, με μία άλω που θα ζήλευε και o πιο αφοσιωμένος άγιος. Κι έριχνε το φως της στα μαλλιά μου και τα χέρια μου, περιέγραφε τα βράχια και αντανακλούσε στους τελευταίους ατμούς του σύννεφου. Λίγη για να διαλύσει τη θολή περιοχή και να μου δείξει τον δρόμο της επιστροφής. Γι’ αυτό θα έπρεπε να περιμένω να χαράξει. Τόσο φωτεινή κι ευλογημένη όμως, ώστε να φανεί ξεκάθαρα η κορυφή. Πήγα και κάθισα εκεί, και το χέρι που μέχρι τότε με έσπρωχνε, με κάλυψε με κάτι ζεστό και άνετο, σαν πέπλο ικανοποίησης, κράτησε το κεφάλι μου σαν μαξιλάρι και με είχε αγκαλιά όλο το βράδυ.

Advertisements

~ από isisveiled στο Μαρτίου 4, 2008.

3 Σχόλια to “σσσσσσςςςςς….”

  1. Δεν θα ταράξω τη γαλήνη σου με κανένα σχόλιο. Εξ άλλου και εκεί κοντά να ήμουν πάλι δεν μιλούσα. Είναι από τις σπάνιες φορές που σιωπή έχει να πει τόσα πολλά. Δεν θα μιλήσω. Μόνο θα σκεφτώ μέσα μου με θαυμασμό: «πόσα επίπεδα έχει αυτό το κορίτσι;»

  2. Απαντώντας στην ερώτηση σου μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως υπάρχουν όσα επάνω τόσα και κάτω.. 🙂

  3. Aυτό δα έλειπε, να ήσουν χωρίς βάθος :))

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: