a rose garden

.

Της άρεσε να περπατάει στον κήπο των ρόδων. Αλλα σε βαθύ δαμασκηνί κόκκινο, κι άλλα μικρά και σγουρά, να ξεχύνονται πάνω από τοίχους και πέργκολες, να γεμίζουν τα παρτέρια, να πρασινίζουν μέχρι εκεί που τέλειωνε το μονοπάτι. Της άρεσαν τα τριαντάφυλλα, έτσι όπως στέκονταν σαν κέρινα στην πρωϊνή δροσιά και μοσχοβολούσαν, κι όπως ξεθωριάζε το χρώμα τους με το φως του ήλιου. Μα πιο πολύ απ’ όλα, της άρεσε το άρωμα τους, τόσο ιδιαίτερο που θα μπορούσε να το ξεχωρίσει ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, και τόσο διαφορετικό απ’ την άλλη σε κάθε είδος. Το ελαφρώς πιπεράτο που έχουν τα άγρια τριαντάφυλλα, το μεθυστικό που έχουν τα μεγάλα πορτοκαλοκόκκινα, το γλυκερό που κάνει την καρδιά σου να λιώνει, που έχουν τα βουλγάρικα. Κι ακόμα περισσότερο αυτό το δυσδιάκριτο των λευκών.

Κάθε ώρα της ημέρας ή της νύχτας μπορούσες να την βρεις στον κήπο. Περιφερόταν με αργό βήμα, κοντοστεκόταν κάθε τόσο και θαύμαζε κάποια τριανταφυλλιά, τα στιλπνά φύλλα, τα βελούδινα λουλούδια. Εσκυβε και τα μύριζε, κι αν ήταν βράδυ, πέρναγε απαλά το χέρι της πάνω απ’ τα πέταλα σε ένα ελαφρό χάδι. Το φθινόπωρο της άρεσε να μαζεύει τους φουσκωτούς στρογγυλούς καρπούς τους, και όταν στέγνωναν έφτιαχνε όμορφο τσάι να πιει. Παρατηρούσε όλο ανυπομονησία την άνοιξη, να σκάσουν μύτη τα πρώτα φύλλα πάνω στα κλαριά, κι έκλαιγε χωρίς σταματημό όταν έρχονταν η ώρα να τα κλαδέψουν. Μα μετά, όταν αυτά πέταγαν τα καινούρια λουλούδια τους, τα δάκρυα της γινόντουσαν μια ανάμνηση θολή. Πέταγε από χαρά, καθώς προσπαθούσε να θυμηθεί τι χρώμα είχε το καθένα κοιτάζοντας τα κλειστά μπουμπούκια και έβαζε στοιχήματα, που συνήθως κέρδιζε, μέχρι να ανοίξουν και να αποκαλύψουν το μυστικό τους.

Ενα γλυκό απόγευμα, που η ζέστη ακόμα αιωρούνταν στον αέρα, και ο αέρος ανέβαινε δροσερός από το φρεσκοποτισμένο χώμα, έσκυψε να κόψει ένα τριαντάφυλλο. Κανονικά δεν θα το έκανε αυτό, τα προτιμούσε ζωντανά πάνω στο φυτό, κι όχι μάρτυρες στο βάζο, θύματα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Μα αυτό το συγκεκριμένο, είχε ήδη σπάσει ο μίσχος του κι έτσι αποφάσισε να το κόψει..

Αχ! με τσίμπησε το αγκάθι του! αναφώνησε. Κι ο πόνος απ’ το τσίμπημα έφτασε μέχρι την καρδιά της. Μου είχες πει πως δεν θα με πλήγωνες ποτέ, συνέχισε αυτή, και δάκρυα έτρεχαν τώρα από τα μάτια της.

I only promised you a rose garden my dear, ήχησε η φωνή ανάμεσα στα φυλλώματα και χάθηκε στο τέλος του μονοπατιού..

Advertisements

~ από isisveiled στο Μαΐου 8, 2008.

2 Σχόλια to “a rose garden”

  1. :))))

  2. Τι γελάς καλέ? Δε βλέπεις που η κοπέλα τσιμπήθηκε και πονάει?

    🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: