όπου δυό και τρεις μαζεμένοι στο όνομα μου..

.

Κάθε που οι δυνάμεις αυτές τριγωνίζονταν στον ίδιο «τόπο» ακολουθούσε αντάρα. Τόσο σίγουρα ακολουθούσε η ταραχή και ο χαμός, που είχαν μάθει να τον αναμένουν. Μόλις σαν Βράχοι δυνατοί συναντιούνταν τρεις στην θάλασσα του κόσμου, φούσκωνε ο σκοτεινός Βορράς και ξεχείλιζε οργή. Σηκωνόταν σαν μανιασμένα κύμματα και σάρωνε τον μεγάλο Ωκεανό κι έπεφτε με δύναμη στους Βράχους. Κι όπως μεταξύ τους υπήρχε πάντα ένα τρίγωνο κλειστό, έστριβε και ξανάστριβε ο οργισμένος αέρας μέχρι που γινόταν δίνη και προσπαθούσε να πνίξει τα βράχια, να βυθίσει τα πλοία, να καταποντίσει τις ψυχές.

Πιο ευάλωτα απ’ όλα ήταν τα Στοιχειακά, που χωρίς συνείδηση, άφηναν να παρασυρθούν στο πέρασμα του. Αλλοτε φούσκωνε η θάλασσα κι έπνιγε την ξηρά, κι άλλοτε φούσκωνε η ξηρά και τάραζε τα έργα των ανθρώπων. Πλήθος μεγάλο χανόταν τότε, μέσα σε θρήνους και σπαραγμό, με τον φόβο να ζωγραφίζει τα πρόσωπα τους, για το τι μπορεί να τους περιμένει ακόμα. Κι όταν όλα αυτά ησύχαζαν, έβρισκε το Σκοτάδι βράχια μικρότερα, που στήριζαν στο βυθό τους κεντρικούς που ανέκοπταν το πέρασμα του, και τα διάβρωνε μέχρι να τα κλονίσει.

Δεν είναι όλοι οι βράχοι το ίδιο. Κάποιοι έχουν συνείδηση του σημείου που στέκονται, και δέχονται να ζωγραφίζουν την σταθερότητα τους ίσα προς τον Ουρανό των πάντων. Υπήρχαν όμως κι άλλοι, που δεν έβγαλαν ποτέ το κεφάλι τους απ’ το νερό, και μισοπνιγμένοι, αγνοούσαν ακόμα και τον βυθό που κυλιόντουσαν, παρασυρμένοι από τα υπόγεια ρεύματα. Που και που έβρισκαν προστασία στις ρίζες των Θεόρατων του κόσμου, που κρατούσαν σαν στηλοβάτες το στερέωμα. Και χαίρονταν να καμαρώνουν, πως αυτοί ήταν στην πραγματικότητα που κρατούσαν όρθια τα βουνά, και έδιωχναν τα κύμματα. Τι πλάνη!

Οταν εξαντλούσε και τις πέτρες στα ριζά των Βράχων, το Σκοτάδι άρχιζε να ψιθυρίζει διαβολικά μέσα στις τρύπες των Θεόρατων, που αντηχούσαν συνεχώς και επαναλάμβαναν τις λέξεις. Προσπαθούσε να φυτέψει όπου μπορούσε το Σκοτάδι την ύπαρξη του, μήπως κι έτσι ραγίσει τους Θεόρατους από μέσα. Τρύπωνε στις σπηλιές, και ταρακουνούσε τους θάμνους να τους ξεριζώσει. Εσερνε την άμμο με το φοβερό του μήνυμα στο έδαφος, ανάμεσα στις σχισμές και πάνω στις κορφές των δέντρων.

Μα αυτοί άντεχαν ακόμα. Τότε, σαν τελευταία κίνηση κάλυπτε το Σκοτάδι τα πάντα. Και έμοιαζε να χάνεται και η θάλασσα και ο ουρανός, και οι ψυχές, και κάθε τι που μπορούσε να έχει αξία να σωθεί. Οι Θεόρατοι Βράχοι, στέκονταν πια γυμνοί και αβοήθητοι, χωρίς κάποιο ίχνος προστασίας. Μα ήταν δυό και τρεις μαζεμένοι στο Ονομα του Εσωτερικού Φωτός, που ζωογονεί τα πάντα. Κι αυτό ξεπηδούσε από μέσα τους σαν στήλες προς τον ουρανό.

Εναν ουρανό με αστέρια.

Advertisements

~ από isisveiled στο Μαΐου 21, 2008.

2 Σχόλια to “όπου δυό και τρεις μαζεμένοι στο όνομα μου..”

  1. ακόμη κι αν δεν συναντούνται ποτέ στο φυσικό τόπο,εκεί άλλωστε δεν υπάρχει καμία δύναμη,εκεί μόνο τα αποτελέσματα παρατηρούμε.

  2. Ακριβώς γι’ αυτό δεν χρειάζεται να συναντιούνται ποτέ, γιατί δεν θα προσέφερε τίποτα παραπάνω.. Οι Βράχοι δεν είναι κουτσομπόληδες, ξέρουν μόνο να κάνουν αυτό που πρέπει.. 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: