a usual day

.

Tα πρωϊνά τα πέρναγε συνήθως στο σπίτι. Διαβάζοντας, γράφοντας, ακούγοντας μουσική. Οταν ο ήλιος ανέβαινε κατακόρυφος και μέχρι να δύσει, έκλεινε τα παραθυρόφυλλα να μη μπαίνει η ζέστη, και παρακολουθούσε με αδιαφορία τις εικόνες στην τηλεόραση να περνάνε. Είχε πείσει τον εαυτό του, πως έπρεπε να ενημερωθεί για το τι συμβαίνει στον κόσμο, να παρακολουθήσει κάνα δυό ενδιαφέρουσες σειρές. Φυσικά, αυτό δεν ήταν απαραίτητο, γιατί κανείς δεν ήξερε για το τι συμβαίνει στον κόσμο, καλύτερα απ’ αυτόν, και σίγουρα καμμιά φανταστική ιστορία δεν είχε περισσότερο ενδιαφέρον από την καθημερινότητα του.

Αν κοίταζες κρυφά από τις γρίλλιες, τίποτα δεν θα σε παραξένευε στην εικόνα του. Με ένα απλό μπλουζάκι και τζιν, συνήθως ξυπόλυτος, πήγαινε κι ερχόταν κάνοντας απόλυτα φυσιολογικά πράγματα. Τίποτα που να σε προβληματίζει. Δεν είχε ανάγκη τα χρήματα, αλλά του άρεσε να δουλεύει κάποιες φορές σε ένα φροντιστήριο. Πήγαινε το πρωι και έμενε τελευταίος το απόγευμα μέχρι να κλείσουν. Ολοι είχαν να το λένε, πόσο φιλότιμος και εργατικός ήταν, πόσο αφοσιωμένος στην οργάνωση της επιχείρησης. Αυτόν όμως, περισσότερο τον ενθουσίαζε όλος αυτός ο κόσμος που έμπαινε κι έβγαινε, όλα αυτά τα νέα παιδιά γεμάτα ζωή και όνειρα για το μέλλον, που η μυρωδιά της προσμονής τους τον συγκλόνιζε. Ενιωθε σαν να δούλευε περισσότερο σε ζαχαροπλαστείο παρά σε φροντιστήριο.

Τα βράδυα, έκλεινε τα γραφεία με επιμέλεια, φρόντιζε να μείνουν καθαροί όλοι οι χώροι και έφευγε καλυμμένος με μια καλοφτιαγμένη ασημαντότητα. Καθώς έφευγε πάντα τελευταίος, απέφευγε τις πολλές συναναστροφές με τους υπόλοιπους υπαλλήλους και κράταγε τις αποστάσεις του. Αν είχε μείνει σπίτι πάλι, έκλεινε τον υπολογιστή και την τηλεόραση, άναβε κάπου στο δωμάτιο κάποιο πορτατιφ για να ακολουθήσει τη φυσική σειρά των πραγμάτων κι άρχιζε να ετοιμάζεται. Διάλεγε προσεκτικά τα ρούχα του, να χάνονται τα χρώματα τους και η υφή τους στο σκοτάδι κι έβγαινε. Με μια κίνηση του χεριού του, το φως έσβηνε, και θα έλεγε κανείς με βεβαιότητα πως είχε αποκοιμηθεί.

Ομως γι’αυτόν τώρα άρχιζε η μέρα. Δεν λυπόταν τα λεφτά, και μπορούσες σε ένα βράδυ να τον βρεις στα πιο απίθανα μέρη. Αλλοτε στην παραλία να πίνει μια μπύρα στα βράχια, και λίγο αργότερα σε πολύβουα κλαμπ και εστιατόρια. Κάπως έτσι κυλούσε όλη η βραδυά. Ο ασήμαντος, ο αδιάφορος άνθρωπος που ήταν όλο το πρωϊ, έδινε τη θέση του σε έναν γοητευτικό, κοινωνικό, όμορφο άντρα. Αν κατά το ξημέρωμα ένιωθε πως πεινάει, τσίμπαγε κάτι τόσο γρήγορα και τόσο ανώδυνα που δεν θα μπορούσες να το εντοπίσεις ακόμα κι αν προσπαθούσες. Πρόσεχε πάντα, να σκουπίζει το αίμα από την άκρη των χειλιών του με μια γρήγορη κίνηση, ή αν το είχε ευχαριστηθεί ιδιαίτερα, το έγλειφε με την γλώσσα του..

Advertisements

~ από isisveiled στο Ιουνίου 18, 2008.

5 Σχόλια to “a usual day”

  1. «Τσίμπαγε» και μετά σκούπιζε το αίμα απ’ τα χείλη του! Μα καλά, βρυκόλακας ήταν ο άνθρωπος;

  2. λιγάκι μόνο .. 😉

  3. το αίμα που σκούπιζε, το σύμβολο της συνείδησης…

  4. χε χε χε, τέλειο.

  5. 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: