στη στέγη

.

Πάλευε από νωρίς το πρωϊ πάνω στη σκεπή. Λίγο ο αέρας, λίγο η βροχή, περισσότερο απ’ όλα ο χρόνος και τα κεραμίδια είχαν αρχίσει να ξεκολλάνε και να πέφτουν. Δεν ήταν τόσο το θέαμα του σπιτιού που έμοιαζε ερειπωμένο απ’ έξω, ούτε που το χειμώνα όταν έβρεχε πολύ έμπαινε που και που λίγο νερό. Ολα αυτά τα είχε συνηθίσει και δεν τον απασχολούσαν. Μόνο τον ένοιαζε, που πέφτοντας τα κεραμίδια μπορούσαν να χτυπήσουν κάποιον περαστικό και δεν ήθελε το κρίμα στο λαιμό του.

Ο ήλιος ανέβαινε, η ζέστη φούντωνε, κι αυτός εκεί. Να βγάζει τα κατεστραμμένα κομμάτια, να τα πετάει με προσοχή στον κήπο από κάτω, και να κολλάει τα καινούρια. Με όλες του τις οικονομίες κατάφερε να πάρει μερικά, ίσα για να μπαλώσει τα πιο επικίνδυνα σημεία, που λεφτά για μάστορες κι έτσι σκαρφαλωμένος πάλευε μόνος του. Πάλευε με τα κεραμίδια, πάλευε με την ζέστη, πάλευε με την αντηλιά, πάλευε με τις σκέψεις του. Πάλευε περισσότερο με τις ευκαιρίες που είτε έχασε είτε δεν εμφανίστηκαν ποτέ. Μετά πάλεψε λίγο με τα όνειρα που έμοιαζαν πιο απρόσιτα από ποτέ. Μόνο η θάλασσα ήταν αρκετά κοντά, και προσποιήθηκε πως λαχταρούσε όσο τίποτα να κάνει μια βουτιά. Αυτό ήταν ένα όνειρο εφικτό, μια ανακούφιση πρόσκαιρη, μια ανάσσα δανεική.

Τέλειωσε, δοκίμασε αν όλα ήταν καλά στερεωμένα και κατέβηκε από τη σκεπή. Μάζεψε τα κομματιασμένα κεραμίδια απ’ τον κήπο και τα πέταξε, έπλυνε τα χέρια και το πρόσωπο του, και μετά σιωπηλός τράβηξε για την θάλασσα. Πάλεψε με τα βότσαλα, πάλεψε με τα κύμματα, πάλεψε με τον ήλιο που έκαιγε όλο και περισσότερο. Οταν δεν μπορούσε να παλέψει άλλο, όταν και η θάλασσα ακόμα έμοιαζε των απρόσιτων ονείρων του, τα μάζεψε και γύρισε πίσω στο σπίτι.

Την υπόλοιπη μέρα την πέρασε, παλεύοντας με την μοναξιά, τη σιωπή, το ανέφικτο, την κουφόβραση. Σαν έπεσε ο ήλιος βγήκε να ποτίσει. Πάλεψε με μερικά ζιζάνια και μερικά αγκάθια, αλλά τουλάχιστον είχε δροσίσει. Σκύβοντας να στερεώσει ένα φυτό, ένα κεραμίδι έπεσε και τον χτύπησε στο κεφάλι. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Οχι απ’ τον πόνο, αλλά από την προσπάθεια που πήγε χαμένη. Σήκωσε τα μάτια του στον λαμπερό καλοκαιρινό ουρανό, τον γεμάτο άστρα, και με ένα λυγμό είπε σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά :

Γιατί θεέ μου κρατάς τα κεραμίδια ξεκάρφωτα?

Advertisements

~ από isisveiled στο Ιουλίου 1, 2008.

5 Σχόλια to “στη στέγη”

  1. Ω θεέ και πότε θα ανθρωπέψει ο άνθρωπος.Κανείς να συνδράμει
    δεν βρέθηκε, κανείς να συντροφέψει.

  2. Κάποιος λόγος θα υπάρχει…

  3. » …
    Though much is taken, much abides; and though
    We are not now that strength which in old days
    Moved earth and heaven, that which we are, we are –
    … »

    Γειά σου μάγισσα…

  4. Κεραμίδια, κεραμίδες, χαστούκια, σφαλιάρες, όνειρα, η ζωή. Ίσως όταν κάποιος δεν κάνει εκείνο που πρέπει πού και πού του πέφτει ένα κεραμίδι στο κεφάλι

  5. @ taburito
    ακριβώς

    @ profusion
    Αν δεν δίνεται η αιτιολογία, η εμπειρία πάει χαμένη..

    @ sun w knight
    γειά σου ιππότη μου

    @ Λάκης Φουρουκλάς
    πολλές φορές άλλο δεν έχει κάνει ο άνθρωπος, από το να υποκύψει στην ψευδαίσθηση πως για να μην πέφτουν τα κεραμίδια στο κεφάλι του αρκεί να έχει κάνει κάτι ο ίδιος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: