στην αυλή του σουλτάνου

.

Kάποτε τα δύο αδέρφια σκέφτηκαν να ταξιδέψουν. Αφησαν το σπίτι τους στον ουράνιο θόλο και ξεκίνησαν για τη γη. Δυό ευχές αργότερα, όσο κάνουν δυό άστρα να πέσουν, βρέθηκαν να περπατάνε σε έναν δρόμο ξερό και σκονισμένο, που διέσχιζαν ατέλειωτα καραβάνια ταλαιπωρημένων ταξιδιωτών. Ολοι πήγαιναν προς την ίδια κατεύθυνση, μακρυά από μια πόλη που πια δεν είχε τίποτα να τους δώσει. Κουβαλώντας μόνο τα ρούχα που φορούσαν και την απόγνωση τους, έφευγαν μακρυά απ’ αυτήν. Μόνο στο χέρι τους κρατούσαν κι από ένα μπιτόνι πλαστικό.

Απορημένα τα δύο αδέρφια, πήραν την αντίθετη κατεύθυνση και πήγαν προς την πόλη που όλοι εγκατέλειπαν. Ολα είχαν μια εικόνα καταστροφής. Περισσότερο απ’ αυτό, σαν κάτι βαθειά στα έγκατα της γης να είχε φουσκώσει μανιασμένο τα κύματα του χρόνου, κι όλα είχαν γίνει ανάκατα ερείπια. Ακόμα και η άσφαλτος στους δρόμους, ήταν σκασμένη και σπασμένη παντού, τα πεζοδρόμια ξεχαρβαλωμένα, σοβάδες έπεφταν από τα κτήρια και σίδερα εξείχαν όπου είχε καταρρεύσει το τσιμένο. Οσοι είχαν απομείνει στην πόλη, κυκλοφορούσαν με ένα ύφος αποχαυνωμένο και με ρούχα σκισμένα. Ολα έδειχναν θολά και γκρι. Λεγόταν μάλιστα, πως τώρα κυβερνούσε ένας σουλτάνος, που κανείς δεν ήξερε και κανείς δεν είχε ψηφίσει, μόνο ότι υπήρχε το παλάτι του κάπου στα βόρεια της πόλης.

Τα δυο αδέρφια, παρατηρούσαν τους ανθρώπους να τρώνε κάτι ελάχιστο και να πετάνε τα υπολείματα στους δρόμους, φρέσκα φρούτα και λαχανικά κυρίως, που δεν είχαν καν μαγειρέψει κι είχαν από μια δαγκωνιά το καθένα πάνω τους. Μόνο που έκαναν όλη μέρα ήταν να γυρνάνε με ένα ύφος χαμένο κρατώντας στο χέρι αυτό το πλαστικό μπιτόνι. Κάθε τόσο εμφανίζονταν τζιπ στρατιωτικά και μάζευαν απ’ τους δρόμους τα σκορπισμένα λαχανικά, ενώ για λίγο κάποιοι άνθρωποι πλησίαζαν παρακαλώντας να τους γεμίσουν τα μπιτόνια τους. Χωρίς δεύτερη σκέψη τα αδέρφια ακολούθησαν στην καρότσα ενός τζιπ, ανάμεσα σε μισοφαγωμένα καρότα και σέλινα, σε ντομάτες που ακόμα έδειχναν φρέσκιες, σε μελιτζάνες και κάθε είδους φυτά.

Εφτασαν τελικά σε κάτι σαν μεγάλη τσιμεντένια αυλή και πίσω της μια τεράστια αποθήκη. Εκεί οι άνθρωποι του σουλτάνου έπιασαν να ξεδιαλέγουν τα φυτά. Οσα είχαν ακόμη λίγη ζωή πάνω τους, τα έστελναν για φύτεμα στο θερμοκήπιο, τα άλλα πήγαιναν στις κουζίνες και μαγειρεύονταν για όλους τους υπόλοιπους που δούλευαν εκεί. Εσκυψε το ένα από τα αδέρφια, και έπιασε τρία κλωνάρια μπαμπού μικρά και πράσινα. Αν τα ζητήσω ευγενικά ίσως μου τα δώσουν να τα φυτέψω κι εγώ σκέφτηκε, ίσως ακόμα και να πληρώσω κάτι. Δεν θα είναι πολύ ακριβά αφού είναι πολύ μικρά ακόμη. Κάποιος τους πλησίασε τότε, και ήταν ο σουλτάνος. Σας τα χαρίζω είπε, πάρτε τα και φυτέψτε τα όπου θέλετε, συνέχισε χαμογελώντας. Γιατί απ’ όλα θελήσατε να ξαναδώσετε ζωή στη γη που επισκεφθήκατε, πάρτε τα κλωνάρια του μπαμπού και φυτέψτε τώρα και τον ουρανό.

Τα αδέρφια ευχαρίστησαν και έφυγαν για το ουράνιο σπίτι τους. Μα κοντοστάθηκαν λίγο και ρώτησαν τον σουλτάνο, κι αυτοί με τα μπιτόνια τι ζητούσαν?

Βενζίνη, απάντησε αυτός μελαγχολικά.. Βενζίνη..

Advertisements

~ από isisveiled στο Ιουλίου 22, 2008.

4 Σχόλια to “στην αυλή του σουλτάνου”

  1. Ίσως να το δούμε κι αυτό…

  2. Φυσικά και θα το δούμε, αν συνεχίσουμε να δίνουμε σε αυτό προτεραιότητα..

  3. Χε χε χε. Βενζίνη θέλουν γιατί είναι για κάψιμο.

    Γλυκιά μελαγχολική η αραβική σου ιστορία Σεχραζάντ.

  4. Aυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ Κεμάλ..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: