μαμα!

.

To σπίτι ήταν χρόνια παρατημένο, το ίδιο και ο κήπος στο πλάι. Εμοιαζε άχρωμο, σχεδόν ασπρόμαυρο κι αυτό και το χώμα και τα δέντρα. Ομως στο μυαλό του, όλα φάνταζαν ήδη καταπράσινα, πολύχρωμα, γεμάτα φως να ακτινοβολεί, γεμάτα ζεστασιά. Πλήρωσε βιαστικά, υπέγραψε τα συμβόλαια και το πήρε. Οπως ήταν. Οι γείτονες απορούσαν που κάποιος πλήρωσε γι’ αυτό το σπίτι, αλλά ξαναγύρισαν γρήγορα στις δουλειές τους, ξαναγίναν φαντάσματα μιας πραγματικότητας πλαστής αλλά μοναδικής για το μυαλό τους.

Το σπίτι μέσα δεν είχε μεγάλες ζημιές, πέρα απ’ το ότι εμοιαζαν να έχουν βγει από ασπρόμαυρη ταινία. Μεγάλα δωμάτια, μεγάλα παράθυρα, ατέλειωτα πατώματα και ταβάνια, πόρτες.. Αφησε τις κούτες όπως ήταν. Εβγαλε μόνο μερικά πιάτα και ποτήρια και τα έβαλε στα παλιά ξύλινα ντουλάπια της κουζίνας. Θέλουν βάψιμο, σκέφτηκε κλείνοντας το πορτόφυλλο.

Είχε πάει οκτώ το βράδυ κιόλας, και βγήκε στον κήπο. Το σπίτι ήταν γωνιακό και κάπως βυθισμένο στην εσωτερική γωνία του οικοπέδου. Ετσι, ο κήπος έμοιαζε σαν μικρός ανηφορικός λόφος γύρω του. Μερικά μεγάλα δέντρα, αφρόντιστα, απότιστα, ρημαγμένα και αραιά στις γωνίες του. Το χώμα ξερό και οριακά στο να γίνει άμμος από τον αέρα, που το έγδερνε τόσα χρόνια. Ουτε καν φύλλα δεν είχε κάτω. Τίποτα απολύτως.

Είχε φέρει μαζί του μερικές γλάστρες μόνο απ’ το παλιό σπίτι και βάλθηκε να φυτεύει τα φυτά στο χώμα. Τίποτα ιδιαίτερο, μερικά γεράνια και μια γιούκα. Ομως έφτιαξε ωραίες σειρές, δρομάκια στριφογυριστά, εδώ θα βάλω κι ένα συντριβάνι κάποτε, είπε. Είδε με τα μάτια του όμορφες πέτρες να κυκλώνουν τα παρτέρια, σκέφτηκε το χώρο που θέλει ένα φυτό για να φουντώσει, φαντάστηκε πως θα ‘ταν σε μερικά χρόνια. Κάθε τόσο θα βάζω κι ένα φυτό ακόμα όπου μπορώ, έλεγε. Και πήγε για ύπνο κατακουρασμένος.

Ξύπνησε νωρίς και το φως ήταν ακόμα θολό έξω. Πήγε μέχρι το παράθυρο και κοίταξε. Τα φυτά ήταν σαφώς περισσότερα και υπήρχαν και κάποιες κατασκευές έξω. Βγήκε να κοιτάξει. Ψηλά λουλούδια, θάμνοι, μερικά δέντρα ακόμα και τοιχάκια ημικυκλικά να φτιάχνουν γωνιές και να προστατεύουν τα πιο χαμηλά φυτά. Ακόμα και καινούρια μονοπάτια. Σαν σε όνειρο είδε τρεις άντρες να έρχονται νύχτα, και να βάζουν τα φυτά, φυτά που τους περίσσευαν λέει, φυτά μισοπεθαμένα που στον δικό του κήπο είχαν μια ελπίδα να ξαναγίνουν.

Ετρεξε μέσα στο σπίτι φωνάζοντας : μαμα! μαμά τρείς αγγέλοι φυτέψαν στον κήπο μου το βράδυ! Μετά, θυμήθηκε πως ήταν μόνος και πως ήταν μεγάλος πια. Ξαναβγήκε όμως στον κήπο και άρχισε να ποτίζει..

Advertisements

~ από isisveiled στο Ιουλίου 29, 2008.

4 Σχόλια to “μαμα!”

  1. Κι ο κήπος μεταμορφώθηκε στον παράδεισο που πάντα αποζητούσε; Μέρα καλή

  2. Oχι, όχι αμέσως.. Και πάλι πέρασε καιρός και αρκετό πότισμα και σκάλισμα και φροντίδα μέχρι ο κήπος να θεριέψει. Αλλά έμαθε πως αν φυτέψεις κάτι στη γη, είναι φυτεμένο και στον ουρανό.. 🙂

  3. Είναι μερικά πρόσωπα που πάντα μας συντροφεύουν, όπου και νά ‘ναι.

  4. Εξυπνε καλέ μου Βάσκες! 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: