where were you?

Ποιος είπε πως τα πράγματα δεν έχουν ψυχή? Με το που άνοιξε  η πόρτα, ο αέρας σήκωσε ψηλά τουλάχιστον δέκα πεταλούδες, με σκελετό από μαλακό σύρμα και φτερά από διάφανο ύφασμα, στολισμένες με μικροσκοπικές πέτρες, που άρχισαν να πετάνε τριγύρω στο δωμάτιο. Μήνες κάθονταν μέσα σε ένα πορσελάνινο φλυτζάνι του τσαγιού, πολύχρωμες και ανακατεμένες με διάφορα άλλα ψιλοπράματα, μικρές παραμάνες και καρφάκια, κορδέλες από δώρα, δυό τσιμπιδάκια για τα μαλλιά και ένα κοχύλι. Κάθονταν στο φλυτζάνι, γιατί πάνω στις κουρτίνες δεν εννοούσαν να σταθούν κι όλο έπεφταν, παραδομένες σε μια εφιαλτική δύναμη της βαρύτητας αν είσαι πεταλούδα φτιαγμένη από σύρμα και ύφασμα. Τόσο χρώμα όμως, τόσες καμπύλες και διαφάνεια δεν μπορούσαν να πεταχτούν ούτε να καταχωνιαστεί σε συρτάρι κάτι που έφερε το όνομα έστω της πεταλούδας. Ετσι κατέληξαν στην αγκαλιά της πορσελάνης, που μπορεί να αγγίζει τα όμορφα πράγματα χωρίς να τα πληγώνει. Οπως περιέχει ένα τσάι με ντελικάτο άρωμα χωρίς να το αλλοιώνει και χωρίς το πάχος του υλικού να επιβαρύνει την λεπτότητα του υγρού. Αυτή ίσως είναι η ακριβής έκφραση λεπτότητα… Γι’αυτή τους τη λεπτότητα, οι υφασμάτινες πεταλούδες έζησαν εκεί για ένα χρόνο.

Η Πνοή όμως, από πάντα έδινε Ψυχή ακόμα και στο πιο ταπεινό υλικό. Αν κατάφερε να δώσει ζωή στη λάσπη, δεν θα ήταν οπωσδήποτε δύσκολο να κάνει και τις πεταλούδες να πετάξουν. Ετσι την πρώτη μέρα της γραφής, καθώς η πόρτα άνοιξε κι ο άνεμος βρήκε διέξοδο, σήκωσε τις πεταλούδες ψηλά, να πετάξουν όπως πρέπει οι πεταλούδες να πετάνε. Τα μάτια ζαλίστηκαν να τις παρακολουθούν σε μικρούς στρόβιλους και ανάποδα loop τριγύρω στο δωμάτιο κι ανάμεσα στις κουρτίνες. Τώρα η βαρύτητα είχε νικηθεί πια, ο εφιάλτης είχε περάσει και η μαγεία είχε βρει το δρόμο της στην πραγματικότητα. Πέταγαν και πέταγαν μανιασμένα οι πεταλούδες, χωρίς να ακουμπάνε πουθενά στην ύλη, λες και ήταν μόνο πνεύμα και ψυχή ερωτευμένη κι άπιαστη. Ακόμα και αυτές που ήταν φτιαγμένες από καθρέφτη και κρεμασμένες σε ένα λεπτό ασημένιο νήμα πέταγαν πλέον, κι ας άπλωναν οι κουρτίνες τα χέρια τους να τις αρπάξουν. Σαν υπνωτισμένο το χέρι απλώθηκε κι αυτό, και τότε μία απ’ αυτές ήρθε και έκατσε απαλά πάνω του σαν να το ‘χε σχεδιάσει. Αυτό που είχε Ψυχή μίλησε τότε και είπε :

.. you found me

Advertisements

~ από isisveiled στο Ιουνίου 7, 2010.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: