αυτοί που φεύγουν μακρυά του

Πίσω στα πολύ παλιά χρόνια δεν μπορούσες να τους ξεχωρίσεις. Ο ένας με τον άλλο λειτουργούσαν αρμονικά μέσα στο ίδιο σώμα, ο ένας κινούσε τα χέρια, ο άλλος το μυαλό κι αυτή την επιθυμία. Τίποτα απ’ τη μαγεία της πραγματικότητας δεν τους ήταν άγνωστο, ούτε ακατόρθωτο. Τα γεγονότα ήταν σαν μαλακή πλαστελίνη στα χέρια τους, άλλαζαν μορφές κατά πως το ήθελαν οι ίδιοι, κι όπως κάθε φορά θα είχαν το μέγιστο αποτέλεσμα. Γύρισαν τον κόσμο έτσι για αιώνες ολόκληρους. Γίναν θρύλοι και όλοι τους γνώριζαν. Αλλά κάτι μέσα σε αυτά τα χρόνια άλλαξε. Ισως συνήθισαν τόσο πολύ ο ένας τον άλλο, ίσως ξέχασαν τους ίδιους τους εαυτούς στο τέλος και όπως αποκοιμήθηκαν μαζί ένα βράδυ, το πρωϊ ξύπνησαν διαφορετικές ώρες και τράβηξαν διαφορετικούς δρόμους.

Επειτα άρχισε η περιπλάνηση. Ο Μέρλιν πάντα έψαχνε τη λύση, ο Δράκος την επέβαλε κι η Μοργκάνα τους αναζητούσε διαρκώς. Δεν έχει σημασία που μοιράζονταν ακόμα το ίδιο σώμα, αυτό δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση γι’αυτούς και κανείς δεν μπορούσε να δει τον άλλο μες τον καθρέφτη παρά μονάχα τον εαυτό του. Γύρναγαν και γύρναγαν για χρόνια μέσα στις κοιλάδες τις συνείδησης χωρίς τελειωμό. Τώρα ο Μάγος είχε πια τρελλαθεί, κι η λογική του τσάκιζε ό,τι προσπαθούσε να φυτρώσει γύρω του, το Θηρίο δίψαγε όλο και περισσότερο για αίμα, σκότωνε και ξέσκιζε με μανία ό,τι υπήρχε γύρω του και η Ψυχή όσο έψαχνε τόσο αντίκρυζε το κενό.

Αυτά μυρίστηκε ο Θάνατος και μεγάλωσε τα βήματα του. Σαν λαγωνικό που μυρίζει το θήραμα του, ακολούθησε την απόγνωση τους και άρχισε να τους πλησιάζει. Δεν θα πάτε μακρυά μουρμούριζε κι ένα περίεργο χαμόγελο ανέβαινε στα χείλη του. Κάποια στιγμή θα σας βρω μαζί, θα σκίσω το πέπλο που σας χωρίζει, αλλά θα ‘ναι αργά και για τους τρεις σας και το χαμόγελο του σβήνει και γίνεται μια ακαθόριστη μελαγχολία, λες κι ο Θάνατος ακόμα τη Ζωή αγαπούσε περισσότερο απ’ όλα.

Καμμιά φορά τους συναντάω στα όνειρα μου. Σαν ζωγραφίζω με βυσσινιά κραγιόνια το παράπονο μου στον τοίχο του μεταίχμιου της εγρήγορσης, τους βρίσκω διάφανους να κάθονται σε μια σπηλιά και να κοιμούνται όπως εκείνο το βράδυ πριν χωρίσουν. Σκύβω από πάνω τους και για λίγο θέλω τόσο πολύ να τους πάρω αγκαλιά και να τους σφίξω, να τους ψιθυρίσω σσσςςς τώρα μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ… Μες τη σιωπή της νύχτας όμως ακούω τα βήματα του Θανάτου να πλησιάζουν και με βαριά καρδιά τους σηκώνω απ’ τον ύπνο τους. Φύγετε, τους λέω, κρυφτείτε, γιατί είστε ό,τι πιο πολύτιμο έχω, ό,τι είμαι και δεν είμαι είστε εσείς κι όσο εγώ υπάρχω ακόμα εδώ σας έχω ανάγκη…

Φεύγουν τρέχοντας πάντα, εξαφανίζονται σαν ατμός και μένω στο όνειρο με το παράπονο ζωγραφισμένο ακόμα στον τοίχο..

Advertisements

~ από isisveiled στο Ιουλίου 30, 2010.

4 Σχόλια to “αυτοί που φεύγουν μακρυά του”

  1. Fata Morgana
    by Henry Wadsworth Longfellow

    O sweet illusions of song
    That tempt me everywhere,
    In the lonely fields, and the throng
    Of the crowded thoroughfare!

    I approach and ye vanish away,
    I grasp you, and ye are gone;
    But ever by night and by day,
    The melody soundeth on.

    As the weary traveller sees
    In desert or prairie vast,
    Blue lakes, overhung with trees
    That a pleasant shadow cast;

    Fair towns with turrets high,
    And shining roofs of gold,
    That vanish as he draws nigh,
    Like mists together rolled —

    So I wander and wander along,
    And forever before me gleams
    The shining city of song,
    In the beautiful land of dreams.

    But when I would enter the gate
    Of that golden atmosphere,
    It is gone, and I wonder and wait
    For the vision to reappear.

  2. και για να μαθαίνουμε 😉

    Η ονομασία Φάτα Μοργκάνα αποτελεί ιταλική μετάφραση του ονόματος της Μόργκαν λε Φέι, της μάγισσας και ετεροθαλούς αδελφής του Βασιλιά Αρθούρου, και χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει ένα ιδιαίτερο είδος αντικατοπτρισμού, ένα οπτικό φαινόμενο, που οφείλεται σε θερμοκρασιακή αναστροφή. Τα αντικείμενα στον ορίζοντα, όπως νησιά, κρημνοί, πλοία ή παγόβουνα, εμφανίζονται σύνθετα, δηλαδή δύο είδωλα ίδιου αντικειμένου ενωμένα αντίστροφα κατά κορυφή.
    καλό βράδυ Ίσιδα

  3. καλησπέρα 🙂

    δεν ξέρω γιατί αλλά το τελευταίο μου θυμίζει έναν στίχο από τον Καθρέφτη του Φ.Δεληβοριά….

    «όσοι μου λένε φίλε όπως είσαι μείνε, είναι όσοι χάψαν τον αντικατοπτρισμό..»

  4. σιγουρα!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: