under the milky way tonight..

Ολα ξεκίνησαν από κείνη τη γλυκιά αίσθηση λιγούρας για γλυκό που μπορεί να σε πιάσει αν η ψυχολογία σου είναι στραπατσαρισμένη. Λες και η σοκολάτα ή η ζάχαρη, θα τρυπώσουν στην πραγματικότητα σου και θα αναστρέψουν κάθε γεγονός που την κάνει δυσάρεστη. Για να είμαι ειλικρινής όμως, όλα ξεκίνησαν από κείνο το πορτοκαλί φεγγάρι που πήγε και στάθηκε στον ουρανό, ακριβώς πάνω απ’ την ανοιχτή μπαλκονόπορτα κι ενώ οι διάφανες κουρτίνες με τις πεταλούδες   στέκονταν εντελώς ακίνητες. Το δωμάτιο έμοιαζε με γυναίκα παραδομένη στα χέρια του αγαπημένου της, ορθάνοιχτο χαλαρό πανέμορφο μέσα στην προσμονή του γι’αυτήν ακριβώς τη σελήνη που διάλεξε να σταθεί από πάνω του. Η ζέστη είχε υποχρεώσει και τον πιο ατίθασο ανόητο να πάψει, να κουρνιάσει ζαρωμένος μπροστά σ’αυτή τη δύναμη της φύσης που τον ξεπερνούσε επιτέλους και η σιωπή έπεφτε βαριά και βελούδινη παντού. Γεγονός είναι πάντως, πως η νύχτα ήταν τόσο γλυκιά, τόσο γεμάτη ομορφιά και γαλήνη, που μόνο αν έχεις ζήσει την αγάπη σε όλη της την λαμπρότητα μπορούσες να την συγκρίνεις.

Κανένα σώμα δεν θα μπορούσε να παραπονεθεί αν κοιμόταν με αυτή την επίγνωση του εξωτερικού κόσμου, και η λιγούρα για γλυκό θα ήταν μια μοιραία συνέπεια του οργανισμού, όπως ακριβώς μετά τον οργασμό. Τουλάχιστον αυτό το σώμα έτσι είχε συνηθίσει να βιώνει την ολοκλήρωση της πραγματικότητας όταν η αγάπη ήταν υπαρκτή. Ενα τσιγάρο, ένα γλυκό, λίγο δροσερό νερό και ύπνος που θα παρακαλούσες να μη τελειώσει ποτέ, παρά μια στιγμή μονάχα πριν το θανάτο. Μέσα στην απόλυτη σιωπή, με κάθε μία ανάγκη που μπορεί να δώσει ηδονή ικανοποιημένη.

Ομως το καλοκαίρι είναι σκληρό με όσους τυχαίνει να αγαπήσουν στις μέρες του. Κάτι θα λείπει πάντα ή θα λείψει πολύ σύντομα. Αυτή τη φορά  ήταν τα ζαχαροπλαστεία που αφού εκπλήρωσαν τη συμβολή τους στους εορτασμούς για την Κοίμιση της Παναγίας, σαν συνεννοημένα, κρέμασαν μικρές λευκές ταμπελίτσες με μαύρα γράμματα στις όμορφες γυάλινες πόρτες τους και άφησαν την λιγούρα ανικανοποίητη. Τίποτα, ούτε ένα κρουασάν σε φούρνο, έναν ροδαλό λουκουμά με ζάχαρη δεν μπορούσες να βρεις και η σελήνη διέγραφε την τροχιά της απειλητικά γύρω απ’ τη γη, απειλώντας πως θα επιστρέψει το βράδυ να σταθεί πάλι πάνω απ’ το δωμάτιο που την περίμενε.

Η απόφαση ήταν εύκολη και εφικτή, ένα γλυκό δεν χρειαζόταν τίποτα παραπάνω από υλικά και λίγο χρόνο για να δημιουργηθεί. Ισως μάλιστα να ήταν καλύτερα έτσι, καθώς το σώμα μπορούσε να επιλέξει και να ορίσει ακριβώς εκείνη την γεύση που θα συνταίριαζε τα μέσα με τα έξω της ψυχής. Σαν γυναίκα λοιπόν, που φροντίζει να ναι το δέρμα της απαλό για να το αγγίξουν, τα μάτια και τα μαλλιά της λαμπερά να καθρεφτίσουν αυτό που περιμένει να ζήσει, που βάζει τόσο χρώμα στα χείλη της όσο να θες να τα φιλήσεις, ένα ένα τα υλικά ήρθαν και προσγειώθηκαν στο ταμείο. Μέτρησαν τα σεντς τους ένα ένα, ανάλογα το καθένα με το βάρος του σχεδόν, και έφυγαν να γίνουν κάτι που ίσως δεν είχαν ονειρευτεί ποτέ πως μπορεί να τους συμβεί.

Ζευγάρια τα μπισκότα βούτηξαν στο γάλα και το κονιάκ, και με τις στάλες επάνω τους ακόμα να στέκονται ολοστρόγγυλες ξάπλωσαν απορημένα για τη συνέχεια. Δυό και τρία τα βύσσινα προσγειώθηκαν στο κέντρο, με ελάχιστο σιρόπι γύρω τους, να μη λιμνάσει, γιατί η αγάπη που καλύπτει την γεύση των ερωτευμένων είναι βάσανο, κι έπειτα το υπόλοιπο γάλα στροβιλίστηκε τόσο πολύ που έγινε μους σοκολάτας αφράτη και άερινη. Να κάνει ένα σύννεφο, μια γεύση που θα δηλώνει την σκοτεινιά της νύχτας, χωρίς όμως να γίνει ποτέ τρομακτική, χωρίς να γίνει ούτε η νύχτα μεγαλύτερη ούτε το φεγγάρι φωτεινότερο. Ξύσματα σοκολάτας έπεσαν στο τέλος σαν πούπουλα, πικρής για να θυμίζει στη γλώσσα πως η αρμονία σε όλες τις σφαίρες ύπαρξης, είναι εφικτή γιατί κάπου κάπου κάτι παραμένει διαφορετικό. Αν όλο αυτό σας θυμίζει Black Forrest είναι σωστό. Ισως παραλλαγμένο λιγάκι, γιατί και τα σούπερ μάρκετ έχουν τα όρια τους, αλλά αν θες να συναντήσεις κάτι μαγικό, μόνο μέσα σε ένα σκοτεινό δάσος θα το βρεις. Το λένε και τα παραμύθια.

Ολα άρχισαν από ένα πορτοκαλί φεγγάρι και κατέληξαν σε ένα γλυκό που έμοιαζε στη γεύση με black forrest. Οταν ο κύκλος έκλεισε, χωρίς παραδόξως αυτή τη φορά να γίνει σπείρα και να αφήσει εκτεθειμένο κανένα σημείο του σώματος, η απώλεια διαλύθηκε στον αέρα, λες και δεν υπήρξε ποτέ, και απλώς κάποιος είχε πάει στο περίπτερο για τσιγάρα. Αν δεν ήταν ανοιχτό το κοντινό περίπτερο ήξερες πως θα αργούσε λιγάκι να επιστρέψει, αλλά στο ενδιάμεσο διάστημα κανένα κύτταρο του κορμιού σου δεν υπέφερε και κανένα ψήγμα της ψυχής δεν τεντώνονταν βασανιστικά μέχρι να βρεί το όμοιο του. Ολα ξαναβρήκαν τη θέση τους, ακόμα και οι φωτογραφίες που είχαν πλέον αποσυρθεί μέσα στα συρτάρια για να μην υπενθυμίζουν την απόσταση από το εμείς. Το μόνο που χάθηκε ήταν η μνήμη εκείνη που έκανε τα καλοκαίρια ανώφελα τόσα χρόνια τώρα, διαλύθηκε στη ζάχαρη όπως έχασε το βύσσινο την ξυνή του γεύση, μόνο και μόνο γιατί το σώμα δέχθηκε να βουτήξει μες το γάλα κι αργότερα να μείνει στο ψυγείο του χρόνου.

Advertisements

~ από isisveiled στο Αύγουστος 21, 2010.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: