under fire

Kάπως σαν να τριξαν λιγάκι τα θεμέλια του κόσμου, ταλαντώθηκαν έπιασαν τα όρια τους και σταμάτησαν ξαφνικά σαν να πάγωσε ο χρόνος. Αραχνοειδείς αστραπές διέτρεξαν σαν ραγίσματα τις καμπύλες των αισθήσεων και συγκεντρώθηκαν στο κέντρο, κάτω στη βάση που κοιμόταν το φίδι παλεύοντας να το ξυπνήσουν. Τριγύρω φύσαγε ένας αέρας περίεργος, βαρύς και σκοτεινός, υγρός σαν να σηκώθηκε μόλις απ’ την θάλασσα, μα όχι μανιασμένος. Εφτιαχνε σπείρες στο πέρασμα του, σήκωνε τα σύννεφα όλο και πιο ψηλά, και μετά τα άπλωνε ξανά σαν πυροτεχνήματα στο θόλο της συνείδησης. Σταγόνες ατμού υγροποιήθηκαν όλες οι σκέψεις, όλες οι επιθυμίες, κάθε λογική και κάθε παραλογισμός που διέτρεχε την πραγματικότητα στις επιφάνειες, κι όλος ο κόσμος έμοιαζε ξαφνικά δισδιάστατος, σαν να ταν οι άνθρωποι φτιαχμένοι από χαρτόνι σε φυσικό μέγεθος. Ενας σήκωνε το χέρι να πάρει τηλέφωνο, άλλος κλείδωνε την εξώπορτα κι έμεινε με το κλειδί μετέωρο, μια γυναίκα χτένιζε τα μαλλιά της. Ολα ακινητοποιημένα, όλα χάρτινα σαν φωτογραφίες και είναι παράξενο που ο ήλιος συνέχιζε να φωτίζει και να ακτινοβολεί τη ζεστασιά του, στον ουρανό μιας ζωής πάντα τόσο συννεφιασμένης. Πριν το φίδι ξυπνήσει ρώτησε μια φορά, θέλεις αλήθεια να το κάνεις αυτό ; Μα καθώς ο ήχος δεν μπορούσε να ταξιδέψει σε μηδενικό χρόνο, ούτε η ερώτηση έφτασε ποτέ πουθενά ούτε απάντηση μπορούσε να επιστρέψει. Ράγιζαν οι αστραπές όλο και περισσότερο τα λουριά που κρατούσαν το θηρίο μαντρωμένο, κι αυτό σαν να το καταλάβαινε πως έφτανε η ώρα, τιναζόταν απελπισμένα, βρυχόταν και ξέρναγε φωτιά με κάθε του ανάσα. Οι χάρτινες σιλουέτες, παρέμεναν στη θέση τους, σαν τίποτα να μη μπορούσε να διαπεράσει ούτε το ύψος ούτε το πλάτος τους, σαν τίποτα απ’ όσα εκείνη τη στιγμή δημιουργούσαν κάπου ένα νέο σύμπαν, να μη μπορούσε να διεισδύσει στην αντίληψη τους. Μέτραγαν τους ουρανούς τους σαν να ταν φύλλο χαρτιού, 21Χ29, κι απλά κάθονταν με υπομονή περιμένοντας κάποιος να γράψει πάνω του την ιστορία τους. Ομως, όταν κάτι γεννιέται, όταν ένας ολόκληρος κόσμος δημιουργείται εκεί που πρώτα υπήρχε το κενό, δεν έχει ώρα να καταγράψει τη γένεση του. Το φίδι άνοιξε τα μάτια του. Δύο ολοστρόγγυλα χρυσά μάτια, όμοια κεχριμπάρι ηλεκτρισμένο από την τριβή, όπως τώρα που η ενέργεια τριβόταν πάνω στην ύλη. Σήκωσε το κεφάλι του, και όπως κοίταξε προς τα πάνω, το βλέμμα του διαπέρασε τον σκοτεινό ουρανό, και τον πυκνό αέρα, έσπασε το θόλο και βρήκε έξω απ’ αυτόν τόσο γαλάζιο που το θηρίο θα μπορούσε να πετάει μέσα του για αιώνες ολόκληρους χωρίς να κουραστεί και χωρίς να βρει την άκρη του. Με την πρώτη κιόλας κίνηση, ξεφλούδισε το δέρμα από πάνω του, κι έμεινε μια λεπτή καθαρή γραμμή ενέργειας, σαν ηλεκτρόνια που ακολουθούσαν το ένα το άλλο σε έναν περίεργο χορό, μια λεπτή κατάλευκη φωτεινή γραμμή με δυό χρυσά μάτια. Στοχεύοντας πάντα στο γαλάζιο ξεκίνησε  την πορεία του, να περάσει από το πιο σύνθετο, από το πιο βαρύ στο πιο λεπτοφυές, στο πιο απλό, σέρνοντας πίσω του δεμένο το θηρίο, που τώρα ακολουθούσε αμήχανα, μια να θυμάται και μετά να ξεχνάει και ξανά να θυμάται.

Οταν έφτασε η ώρα που το φίδι ξεδίπλωσε τις σπείρες του μέχρι το έξω του κόσμου, όταν το φως έλαμπε πίσω απ’ τα μάτια του σαν στέμμα, με μια κίνηση απασφάλισε τις κλειδαριές και το θηρίο αφέθηκε ελεύθερο. Τα λουριά ξανάπεσαν πίσω άψυχα, κομματιασμένα από το χρόνο που τα τυραννούσε και τα λουκέτα που τα τράβαγαν. Ολο κι όλο που έμεινε ήταν τα σημάδια τους στο λαιμό του θηρίου, που όμως δεν έβλεπε πια τίποτα άλλο μπροστά του από δυό χρυσά μάτια, σαν κεχριμπάρι ηλεκτρισμένο απ’ την τριβή, ένα γαλάζιο απέραντο μιας πραγματικότητας νέας και τίποτα απ’ τον παλιό κόσμο που θυμόταν πια.

Εκλεισε πίσω τους ο ουρανός, και ο σκοτεινός αέρας πύκνωσε κι άλλο και άρχισε να βρέχει. Αδέξια ο χρόνος άρχισε να κυλάει ξανά, σκοντάφτοντας πάνω σε δευτερόλεπτα μπερδεμένα ακόμα, ανακατεύοντας το παρελθόν με το παρόν και δίνοντας ζωή στις χάρτινες φιγούρες που επιτέλους μπόρεσαν να ξεκλειδώσουν την πόρτα. Σχεδόν κανείς δεν κατάλαβε τίοτα κι απόμειναν να μετράνε το ύψος και το πλάτος τους, 21Χ29, και πάλι απ’ την αρχή. Ζάρωσε η σφαίρα της πραγματικότητας σαν να ήταν φτιαγμένη από ασημόχαρτο και τότε το θηρίο πήδηξε και με μια κίνησε την έπαιξε στα χέρια του κι αυτή κύλησε κάτω απ’ τον καναπέ.

Νομίζω πως είναι ακόμα εκεί…

Advertisements

~ από isisveiled στο Σεπτεμβρίου 27, 2010.

7 Σχόλια to “under fire”

  1. Αχ αυτές οι ποιητικές αλληγορίες σου πώς με μπερδεύουν, πώς κολλάνε το φτωχό processor μου!!!

  2. Ποιητικές? χμ υπερβάλλεις νομίζω…

    εξάλλου είπα κάτι πολύ απλό, ότι όταν καταφέρνουμε να υψώσουμε τον εαυτό μας πάνω απ’ την πραγματικότητα τότε το θηρίο που κρύβουμε μέσα μας παίζει μαζί της…

  3. αχ πόσο διαφορετικοί είανι οι χρόνοι

  4. Καλημέρα,

    σε ποιους χρόνους αναφέρεσαι?

  5. Χάθηκες… Μάλλον περνάς όμορφα 🙂

  6. Τι όμορφα… αφου ελιωσα στον πυρετο μια βδομαδα…

  7. Λυπάμαι για την γρίπη σου. Περαστικά. Εύχομαι ο επόμενος πυρετός σου να είναι ερωτικός…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: