(you make me) Feel

Τα παλιά χρόνια αν τράβαγες την κουρτίνα κι έβγαινες στην κρεμαστή βεράντα, μπορούσες να δεις στο φως του δειλινού τα νερά στις όχθες του Νείλου να γίνονται μπλε και μαβιά, να γυαλίζουν σαν στιλπνό ασήμι. Ανάμεσα από τους ψηλούς φοίνικες και τα καρποφόρα δέντρα άρχιζαν να ξεχωρίζουν μικρά φώτα και να αναδύονται μυρωδιές γλυκιές και φιλόξενες. Οι πέτρες ήταν ζεστές ακόμα από τον ήλιο και περπατούσες με γυμνά πόδια πάνω τους σαν να ήταν μαγεμένο χαλί. Στη μέση της βεράντας υπήρχαν αναπαυτικοί καναπέδες και τραπέζια χαμηλά, με λυχνάρια αναμμένα πάνω τους και δίσκους με χουρμάδες και μικρές γλυκές πίτες σιροπιασμένες με μέλι. Υπόλευκα πέπλα από λεπτή γάζα αιωρούνταν τριγύρω κι αναδεύονταν στο ελαφρύ αεράκι κρεμασμένα στις θολωτές αψίδες της βεράντας κι έμοιαζαν όλα τριγύρω σαν να πέρναγε το φως από ένα φίλτρο ονειρικό.

Αυτή καθόταν, στηριγμένη στους αγκώνες, σε έναν μακρύ καναπέ, τα πόδια σταυρωμένα ελαφρά στο πλάι, τα μαλλιά λυμένα και μόνο τα δύο χοντρά βραχιόλια από δέρμα και χρυσό στόλιζαν τα ρούχα της. Κοίταγε απέναντι, τα νερά να κυλούν αργά, τους φοίνικες να ταλαντεύονται στο φως της σελήνης που τώρα είχε ψηλώσει στον ουρανό, τα μικρά φώτα ανάμεσα τους να τρεμοπαίζουν. Δίπλα της καθισμένος στο ζεστό πάτωμα, με την πλάτη στηριγμένη στον καναπέ καθόταν αυτός, σχεδόν κουρνιασμένος πάνω στα λυγισμένα του γόνατα, να κοιτάει κάπου πέρα, χωρίς φανερό σημείο εστίασης. Τα μάτια έμεναν ακίνητα, προς κάποιον αόρατο στόχο λες και δεν ήταν έξω αυτό που παρακολουθούσε, αλλά μάχες και αίμα που κύλαγαν μέσα του και στράγγιζαν και την τελευταία σταγόνα ζωντάνιας απ’ την καρδιά του.

Σηκωνόταν τότε αργά η Ισιδα, και με βήματα απαλά, μην τον τρομάξει, καθόταν μπροστά του άνοιγε τα πόδια και τα χέρια της και έβαζε τον Οσιρι στην αγκαλιά της, να ακουμπάει ολόκληρο το σώμα της πάνω του και το κεφάλι του στην καρδιά της. Ανοιγαν, τα φτερά της κι αφού υψώνονταν πρώτα στον ουρανό, καμπύλωναν και σκέπαζαν και τους δύο. Εμεναν έτσι όλο το βράδυ, και η σελήνη όλο και ανέβαινε μέχρι που ερχόταν και συναντούσε το φίδι της ζωής, που είχε σηκωθεί και διατρέξει τα σώματα τους όλη νύχτα, πύρωνε τη ραχοκοκαλιά και τιναζόταν στο τέλος προς τα πάνω σαν ένας πίδακας λευκού φωτός. Ελαμπαν όλα για μια στιγμή, γίνονταν φωτεινά και λευκά χωρίς σκιές και αυτός επέστρεφε στη ζωή.

Κοντά στο ξημέρωμα, τα φτερά λύγιζαν και χαμήλωναν πίσω στην πλάτη της. Σηκώνονταν ο Οσιρις και την έπαιρνε στην αγκαλιά του και την ακούμπαγε στον καναπέ, πάνω στα μαλακά στρώματα. Εσβηνε τα λυχνάρια και τράβαγε τις κουρτίνες πίσω του. Ανέβαινε στον Ουρανό κι έλαμπε όλη μέρα για χάρη της.

Advertisements

~ από isisveiled στο Ιανουαρίου 19, 2011.

2 Σχόλια to “(you make me) Feel”

  1. Στα Μιθραία κατά μήκος των συνόρων του Ρήνου, μας παρουσίαζαν μια διαφορετική και μάλλον πιό σκληρή εκδοχή.
    Πάντως, ο Alma-Tadema δεν θα ζωγράφιζε καλύτερα τη σκηνή…

  2. Το τραγούδι είναι από μόνο του όσο σκληρό χρειάζεται 🙂

    ευχαριστώ για τη φιλοφρόνηση, με τιμά 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: