επιστροφή στην Εδέμ

 

Γερασμένος και σκυφτός, έκατσε στον κορμό ενός δέντρου να ξεκουραστεί. Είχε γυρίσει τον κόσμο ολόκληρο και μέσα του δεν υπήρχε μέρος που δεν είχε εξερευνήσει. Με μεγάλα τέρατα βρέθηκε αντιμέτωπος και άγρια θηρία αντιμετώπισε, ενώ άλλες φορές απλά έκανε πίσω. Ολα τα είδε, βουνά και ποτάμια, τον ήλιο να ανατέλλει και να δύει χιλιάδες φορές κι όταν αγάπησε το έκανε με όλη του την καρδιά, όλο του το νου και κάθε μικρή η μεγάλη πράξη του έλεγε πως αγαπάει. Πάλεψε, κέρδισε και νικήθηκε, έμεινε στη σιωπή και χόρεψε μέσα στο πλήθος, όσο μπορούσε και όσο ήθελε. Οσα μπορούσε να είναι ένας άνθρωπος έγινε όλα, κι όλα τα έζησε. Μα δεν σταμάτησε να περπατάει τον κόσμο τριγύρω. Επαιζε με το χέρι του στη ρίζα του δέντρου τα χορτάρια που φύτρωναν δίπλα του, χάζευε και θυμόταν πόσα χορτάρια και πόσα λουλούδια γίναν το στρώμα και το μαξιλάρι του, και πως ο ήλιος τον ξυπνούσε το πρωϊ αν τον έπαιρνε καμμιά φορά ο ύπνος.

Μέχρι που το χέρι του έπιασε κάτι λείο και σκληρό, παγωμένο σα γυαλί. Το σήκωσε και ήταν μια γυάλινη μπάλα σε σχήμα σταγόνας, οπωσδήποτε λερωμένη απ’ το χώμα εξωτερικά, με ένα υγρό διάφανο, πορτοκαλί και χρυσό, που έμοιαζε να βγάζει φως στο εσωτερικό της. Τι έχω να χάσω σκέφτηκε, και το άνοιξε. Το μύρισε και το δοκίμασε και ήταν γλυκό σαν κρασί με μέλι. Τι έχω να χάσω ξανάπε και το ήπιε όλο. Του φάνηκε πως ήταν σαν να τον έπαιρνε ο ύπνος ανάμεσα στο δροσερό γρασίδι που φύτρωνε παντού, και πήγε να βολευετεί λίγο καλύτερα. Μα καθώς έγερνε προς το χώμα, αυτό διαλύθηκε, σαν να ήταν φτιαγμένη από σύννεφο η γη, κι άρχισε να κυλάει μαλακά, στριφογυρίζοντας, προς τα κάτω σε κάτι που το ένιωθε γύρω του ζεστό και σκοτεινό. Οταν σταμάτησε κάποτε, βρέθηκε σε έναν κήπο. Ενα γλυκό φως έλουζε τα πάντα, σαν τον απογευματινό ήλιο, χρυσό και πορτοκαλί σαν το υγρό του μπουκαλιού. Ολα έμοιαζαν σαν αυτά που ήξερε κι όμως ήταν διαφορετικά, λες και έβλεπε την πρώτη μορφή τους, πριν ανθρώπινη σκέψη τα επεξεργαστεί και τα ορίσει όπως τα ξέρουμε. Φυτά και δέντρα φύτρωναν ανακατεμένα, ανεξάρτητα από εποχή και κλίμα. Ακουγε, πουλιά και κύματα κάπου στο βάθος ενός ωκεανού αόρατου, μύριζε, τον αέρα τριγύρω του, σαν αγκαλιά αγαπημένη και δειλινά που μόλις έχουν ανοίξει. Χάιδεψε, το χώμα που ήταν ζεστό και αφράτο σαν να μην πάτησε ποτέ πόδι πάνω του. Η μοναδική του απορία ήταν πως δεν απορούσε με τίποτα απ’ αυτά.

Ολα έμοιαζαν σαν να είχε γυρίσει σπίτι, σαν να είχε θυμηθεί κάτι ξεχασμένο και αρχαίο τόσο που κανείς δεν είχε καταγράψει. Μετά πρόσεξε πως ανάμεσα στα άλλα, πεταλούδες φύτρωναν σαν λουλούδια πάνω σε μίσχους στριφογυριστούς και κρέμονταν απ’ τα κλαδιά των δέντρων. Ηλίανθοι και γαζίες πετούσαν ανάλαφρα ανάμεσα στα χορτάρια κι ένα απ’ αυτά ήρθε και έκατσε ακριβώς πάνω στο κεφάλι του. Χωρίς βάρος, μόνο με μια γαργαλιστική αίσθηση που τον έκανε να γελάει. Εσκυψε να δει τον εαυτό του σε ένα ρυάκι, και ήταν πραγματικά αστείο να βλέπει τον ηλίανθο πάνω στο κεφάλι του, να ανοιγοκλείνει τα πέταλα του πεταρίζοντας. Αυτό που δεν ήταν καθόλου αστείο όμως, ήταν που τα χρόνια και οι διαδρομές είχαν εξαφανιστεί από το πρόσωπο και το σώμα του, και η αντανάκλαση του στο νερό ήταν του νεαρού εκείνου άντρα που θυμόταν να ξεκινάει το ταξίδι του.

Ωστε το τέρμα είναι πάντα η αρχή, σκέφτηκε. Σηκώθηκε και τεντώθηκε στον ήλιο. Κάτι τζιτζίκια άρχισαν να τραγουδούν, οι πεταλούδες άνθισαν, ο ηλίανθος πέταξε μακρυά απ’ το κεφάλι του κι άρχισε να περπατά.

Advertisements

~ από isisveiled στο Φεβρουαρίου 15, 2011.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: