αλλουνού

 

 

 

Τύψεις σαν είχα ήταν μόνο για τα χέρια που καμιά φορά άνοιγαν άθελα, και σκόρπιζαν στον αέρα αποδείξεις και χαρτάκια που προορίζονταν για τα σκουπίδια. Βάραινε τότε η καρδιά μου και νόμιζα πως αν ήταν να πληρώσω κάρμα γι’αυτό, στην επόμενη ζωή θα γεννιόμουν πέτρα που την κλωτσάς δεξιά και αριστερά χωρίς να το καταλαβαίνεις. Μα έπειτα, τι να κάνω, ποτέ προσχεδιασμένα, ποτέ συνειδητά δεν θα πέταγα κάτι στο δρόμο, αλλά είναι άραγε το συνειδητά που κάνει τη διαφορά, ή η πράξη που αν ξεφύγει απ’ τα χέρια σου, πάει και τέλος και το αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτο?

Εκείνες τις μέρες, που αποκτούσα αυτές τις μικρές τύψεις, ένιωθα υπεύθυνη για όλα εκτός απ’ αυτά που ένιωθα. Με τριγύριζαν σαν μέλισσες και σαν πεταλούδες τα συναισθήματα και ζητούσαν να πιουν κάτι απ’ τη γύρη μου, να φτιάξουν το μέλι τους και να ταϊσουν τη βασίλισσα τους. Οι ώμοι μου στο τέλος έχαναν το περήφανο άνοιγμα τους, έσκυβα και κοίταγα με επιμονή τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο καθώς περπατούσα, σαν τιμωρία που τα χέρια δεν πρόλαβαν να συγκρατήσουν, να κλείσουν έγκαιρα και να αποτρέψουν το λάθος.

Κι όμως, αυτές οι τύψεις, οι ασήμαντες αυτές ενοχές, ξύπναγαν έναν ολόκληρο τίγρη που κοιμόταν μέσα μου, με τα χρυσά του μάτια σφαλιστά, και το κεφάλι κουλουριασμένο στην κοιλιά του. Ολα τα συναισθήματα εκείνα, που έθαβα σε ένα ασφαλές κελί αποστασιοποίησης, έβγαιναν στην επιφάνεια και ζητούσαν την επανασύνδεση τους με το εγώ, την αντιστοίχιση τους σε μνήμες και περιστατικά. Για να βρω τις λέξεις να τα ντύσω, να πάρουν νόημα και να δω τι θέλουν από μένα, διάβαζα τότε πολύ. Κατάπινα τα βιβλία με ταχύτητα, να καλύψω όλες τις μικρές εκείνες περιπτώσεις που ένα συναίσθημα μπορεί να γεννηθεί, να μάθω τα ονόματα τους, μήπως και αν τα ήξερα διώξω τους δαίμονες. Ο τίγρης αναδευόταν και μισοξύπναγε απ’ το λήθαργο του, και πάλι πιο επικίνδυνος ήταν έτσι από την εποχή της λήθης. Ηξερες, πως αν σε δει, του χρειαζόταν μια στιγμή μονάχα να πηδήξει και να σε γονατίσει, να σε κατασπαράξει ολόκληρο μέχρι να ξαναπέσει για ύπνο. Και ποτέ, ούτε στις πιο καθαρές και ανέφελες καλοκαιρινές βραδυές, ιδίως τότε, δεν ήξερες ποιο συναίσθημα απ’ όλα ήταν που ζήταγε το αίμα σου.

Εκανα τότε, πως ήταν αλλουνού, πως τώρα τάχα μου τα διάβασα στις σελίδες των βιβλίων και να, ούτε το μελάνι δεν είχε στεγνώσει ακόμα, άρα δεν μπορεί να ήταν δικά μου, ήταν αλλουνού. Ο τίγρης περισσότερο από πλήξη, από τη βεβαιότητα εκείνη δηλαδή ότι κανείς δεν θα του δώσει σημασία, ξανάπεφτε για ύπνο και με έβλεπε στον ύπνο του. Δεν θυμάμαι τι ρούχα φόραγα και που περπατούσα, μα ένα ένα όλα εκείνα τα ξεχασμένα, τα «εμείς», και την πρόκληση που γίνεται ευκαιρία και μετά ένα μικρό θαύμα πραγματικότητας, τα ζούσα ένα ένα όλα απ’ την αρχή. Πρόσωπο δεν έβλεπα, ούτε το δικό μου. Πάντα ήταν αλλουνού.

Advertisements

~ από isisveiled στο Απρίλιος 1, 2011.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: