κάποτε του άη Γιώργη έπεσε Ανάσταση..

Μικρές τραχιές γλώσσες άρχισαν να ξεσκίζουν και να καταπίνουν το μαύρο σκοτάδι που είχε τυλίξει τη μαμά γάτα. Μικρά δοντάκια, νεογιλά ακόμα, έκοβαν και κατάπιναν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν μικρά και μεγάλα κομμάτια σκοταδιού που σαν σύννεφο βρισκόταν γύρω από το λιπόθυμο κορμάκι της. Σαν άλλος άη Γιώργης αυτή, είχε παλέψει έναν δαίμονα αποκρουστικό, ανάμνηση τον λέγανε και θάνατο μύριζε, όλη νύχτα, τον άρπαζε με τα λεπτά της χέρια και τον πέταγε από τοίχο σε τοίχο, να μη δει το φως της μέρας. Πάλεψε να σώσει τα μικρά της απ’ αυτόν, και με το που χάραξε δεν άντεξε άλλο, σύρθηκε μέχρι τη φωλιά της και έπεσε ξέπνοη κάτω. Τότε είναι που μαζεύτηκε γύρω της το σκοτάδι, κι άρχισε να την τυλίγει πρώτα γύρω απ’ την κοιλιά,  μετά προς τα πάνω και προς τα κάτω, παχύρευστο και γλοιώδες, να βρωμάει θειάφι και φωτιά, λες και η κόλαση η ίδια ζήταγε την ψυχή αυτού που σκότωσε τον ισχυρότερο δαίμονα της.

Μα τα μικρά γατάκια, δεν καταλαβαίνουν από κόλαση και κίνδυνο. Επιβιώνουν γιατί δεν ξέρουν από φόβο και τι θα απογίνουν αν τα καταπιεί το σκοτάδι. Ξέραν μονάχα πως η μαμά γάτα ήταν εγκλωβισμένη εκεί μέσα, χωρίς ανάσα και χωρίς να μπορεί να κουνηθεί, και πως δεν ήταν η τροφή που θα τους έλειπε αν πέθαινε, αλλά η αγάπη άνευ όρων, το θάρρος να παλέψει κάποιος για χάρη τους, η αγκαλιά της τα βράδυα που έκανε κρύο και το χάδι της ουράς της όταν πέρναγε δίπλα τους. Επεσαν λοιπόν σαν μανιασμένα, να ανοίξουν μια τρύπα στο σκοτάδι και να την φέρουν πίσω και μετά ακολούθησαν τα σκυλιά. Ανέβηκαν πάνω της και την τράβαγαν με τα χέρια τους να την ξυπνήσουν, να κάνουν το αίμα να τρέξει ξανά στα μέλη της, να μπορεί να τρέξει πάλι πλάι τους στο δρόμο, να κυνηγάνε μαζί μπαλάκια, αυτοκίνητα και όνειρα όπως πριν. Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα της φωλιάς, τα ενήλικα γατιά και σκυλιά κράταγαν τσίλιες και στέκονταν φρουροί. Να μη σηκωθεί τίποτα που θα σταματήσει τα μικρά από το έργο τους, να μη βρει ευκαιρία κανένα καινούριο σκοτάδι να ανέβει στο κρεβάτι τους.

Κάποτε οι μικρές τραχιές γλώσσες, βρήκαν δέρμα και ξεσκέπασαν τα μάτια της και τη μύτη της. Ζαλισμένη ακόμα γύρισε και τα κοίταξε κι αυτά απ’ την ευτυχία τους, ή για να δώσουν ρυθμό ξανά στην καρδιά που είχε λιγοστέψει ο δικός της, άρχισαν να κάνουν μανουλίτσες με τα πόδια τους πάνω στο στήθος της. Τα σκυλιά τράβαγαν ακόμα τα χέρια της, μέχρι να μπορέσει να σηκώσει το ένα απ’ αυτά και να τα χαϊδέψει. Σαν σιγουρεύτηκαν πως είναι πάλι κοντά τους, κουλουριάστηκαν τριγύρω της να την ζεσταίνουν . Εμεινε έτσι όλη μέρα, χωρίς να μπορεί να κάνει βήμα, αλλά ζωντανή με τα μικρά της να την προσέχουν.

Οταν έπεσε ο ήλιος, σηκώθηκε με δυσκολία, κάνοντας εμετό όσο σκοτάδι είχε προλάβει να εισχωρήσει μέσα της, και τους έφερε το κεφάλι του δαίμονα να φάνε. Και πάλι τα δόντια και οι μικρές τραχιές γλώσσες, έκοψαν και ξέσκισαν, γέμισαν τις κοιλιές τους και ξάπλωσαν ευχαριστημένα. Ξάπλωσε κι αυτή στο πλάι, και λένε πως από τότε κάθε φορά που του άη Γιώργη έπεφτε Ανάσταση, άνοιγε η γή και μοσχομύριζε ο κόσμος μαστίχα και μαχλέπι…

.. αυτό που στα μάτια φαντάζει εξωφρενικό είναι αλήθεια και ψέμα όσα τα μάτια αποδέχονται

Advertisements

~ από isisveiled στο Απρίλιος 23, 2011.

2 Σχόλια to “κάποτε του άη Γιώργη έπεσε Ανάσταση..”

  1. Εγώ αφτό: 🙂

  2. 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: