τρίζουν τ’ αηδόνια στις φωλιές

Εστριψε ένα τσιγάρο και βγήκε στον κήπο. Ωρες τώρα του φαινόταν πως τα μηχανήματα γύρω του έβγαζαν ύποπτους θορύβους, που δεν άργησαν να γίνουν ενοχλητικοί και να του φέρουν πονοκέφαλο. Κι αυτό το ασταμάτητο βούισμα των σκληρών δίσκων πάντα του φαινόταν απίστευτα μονότονο. Εβαλε μουσική, να καλύψει τους θορύβους, ή μήπως ήταν ιδέα του ; το κεφάλι του πάντως βούιζε, αλλά και πάλι αυτοί οι ήχοι έβρισκαν το δρόμο προς το μυαλό του και τον αποσυντόνιζαν. Να μη μπορώ να συγκεντρωθώ σήμερα καθόλου, σκεφτόταν.  Ετσι άφησε τη μουσική να παίζει και με ένα βήμα βρέθηκε έξω. Από κεκτημένη ταχύτητα έφερε μια γύρα τον κήπο και μετά περπάτησε τις διαγωνίους. Στη δεύτερη τρίτη ρουφηξιά είχε ηρεμήσει όμως κι έκατσε σε έναν πάγκο χωμένο στις πρασινάδες. Είχε ψύχρα ακόμα αλλά δεν τον ένοιαζε, περισσότερο τον βοήθησε να χαλαρώσει και να μείνει κοιτώντας στο κενό.

Και τότε το άκουσε ξανά, ένας ήχος σχεδόν δίπλα στο αφτί του, σαν κάτι να τρίζει, κρακ! και μετά άλλο ένα. Τέντωσε την προσοχή του ώστε να εντοπίσει την πηγή του και σκύβοντας λιγάκι στο πλάι είδε δυό νέα φύλλα που ξεπετάχτηκαν από το φυτό. Πριν το καταλάβει, τριξίματα και μικρά κρακ! και κάτι άλλοι ήχοι σαν πλοφ! κατέκλυσαν το μυαλό του από παντού. Μίσχοι που ξεδιπλώνονταν και μπουμπούκια που έσκαγαν, το ξύλο στους πάγκους,  που ξύπναγε από το κρύο του χειμώνα και έπαιρνε ανάσα, κρακ και οι αρμοί από τις πλάκες στο δάπεδο. Ετριζε ακόμα και ο αέρας γύρω του, όπως νιώθεις ότι τρίζουν τα φρεσκοπλυμένα ρούχα, όπως τρίζει το λινό πάνω στο δέρμα το καλοκαίρι. Ολόκληρη η άνοιξη ήταν μια συμφωνία από τριξίματα, της γης που ξυπνάει και αναδεύεται κάτω απ’ τα πόδια σου, της θάλασσας που περιμένει να σε πάρει στην αγκαλιά της αρκεί να το θελήσεις, κι άλλα κλαράκια, και μπουμπούκια και κάπου πέρα μακρυά πρόβατα μικρά που γεννιόντουσαν και έτριζε η μάνα τους από ευτυχία που τα βαζε στο στήθος της. Ακόμα και στον βορρά, τρίζαν οι πάγοι που κάλυπταν τα φιορδ τους παγωμένους μήνες, έτοιμοι να ξεκολλήσουν και να κυλήσουν πάνω στην πέτρα, να χυθούν πίσω στον ωκεανό αποκαλύπτοντας κι άλλες αγκαλιές και νέα τριξίματα.

Είχε φτάσει τώρα η ακοή του να περικλείσει τη γη, και άκουγε να τρίζουν οι άνθρωποι και τα ζωντανά μες στο σκοτάδι, να τρίζουν ολόκληρες ήπειροι και πάνω τους άλλα βουνά και δάση, ατέλειωτα κλαράκια και μπουμπούκια που έβρισκαν το δρόμο τους στην άνοιξη. Κι όταν έκανε δυο τρεις φορές το γύρο, έπιασε να ακούει το σύμπαν να τρίζει καθώς κρέμονταν τα άστρα και οι πλανήτες παντού, έτριζαν οι τροχιές τους και ταλαντεύονταν σε παράξενους χορούς, και ποιος ξέρει αν δεν ήταν ο ίδιος ο χρόνος που έτριζε και αυτό που τώρα άκουγε ήταν τριξίματα τόσο παλιά που και η άνοιξη ακόμα δεν είχε γεννηθεί να τα ζήσει.

Αποφάσισε να γυρίσει μέσα στο σπίτι και να αφήσει τη ζωή να κάνει τη δουλειά της χωρίς τη δική του ακοή να εμπλέκεται στα σωθικά της. Η μουσική έπαιζε ακόμα και τώρα ήταν οι στίχοι που άρχισαν να τρίζουν στο μυαλό του…

… if I close my eyes forever, will it all remain unchanged?

Advertisements

~ από isisveiled στο Μαΐου 6, 2011.

2 Σχόλια to “τρίζουν τ’ αηδόνια στις φωλιές”

  1. έτσι ακριβώς! μα έτσι ακριβώς! 🙂

  2. χαίρομαι αν έπιασα σωστά την αίσθηση 🙂

    enjoy, it’s yours 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: