lux aeterna

.

.

Πριν από πολλά πολλά χρόνια, λένε πως ζούσε κάπου εδώ μία γριούλα. Καθώς δεν είχε παιδιά, λένε πως πέρναγε όλη τη μέρα της με τα ζώα και τα φυτά και δεν έδινε σημασία σε άνθρωπο. Πρέπει να ήταν τρελή, λένε, γιατί δεν τα πήγαινε καλά με τους γείτονες κι όλο κάτι την ενοχλούσε. Μία που τα παιδιά έπαιζαν μπάλα το βράδυ και φώναζαν, μία που κάποιος έπιανε την ψαλίδα και κλάδευε τα φυτά στο φράχτη της, άλλοτε γιατί ήταν μεσημέρι και ήθελε ησυχία κι άλλοτε γιατί έβρισκε τα ζώα της πεθαμένα από φόλες στον κήπο και γινόταν λέει τότε θηρίο ανήμερο.

Περίεργη γυναίκα πρέπει να ήταν, και οπωσδήποτε λίγο τρελή. Μιλούσε όλη μέρα στα ζώα και μερικοί την είχαν ακούσει, λέει, να μιλάει και στα φυτά. Σπάνια αγόραζε ψωμί από το φούρνο και μερικοί ψιθύριζαν πως έφτιαχνε ψωμί μόνη της, ζούσε σαν πρωτόγονη δηλαδή! Επειτα, ήταν κι όλα αυτά τα περίεργα που συνέβαιναν στο σπίτι της. Τα φυτά θέριευαν, οι φράουλες έβγαζαν λουλούδια και καρπούς το μισό τουλάχιστον χρόνο, οι πορτοκαλιές άνθιζαν δυό φορές και τα δωμάτια έμεναν δροσερά ακόμα και το καλοκαίρι χωρίς να έχει ούτε ένα κλιματιστικό! Εβγαινε λέει με ένα καροτσάκι και πήγαινε στην πόλη με το λεωφορείο κι όταν γύρναγε το έσερνε φορτωμένο με ψώνια, ένα χιλιόμετρο μέχρι το σπίτι χωρίς να βγάζει άχνα από την κούραση, αλλά με μια περίεργη λάμψη στα μάτια, σαν να λεγε «δείτε, τα κατάφερα κι αυτή τη φορά».

Κάποιοι έλεγαν, πως όταν ήταν νέα ήταν πολύ επιθυμητή και καλοφτιαγμένη κοπέλα, πως αγαπήθηκε πολύ, κι ίσως αγάπησε κιόλας, μα αυτό ήταν τόσο παλιά που κανείς δεν ήξερε ακριβώς ποιος, ποιον και πότε. Σίγουρα πάντως τα τελευταία χρόνια της ζωής της, δεν είχε σχέσεις με τους ανθρώπους κι ούτε κι αυτοί της έδιναν σημασία. Μόνο το Πάσχα τα παιδιά διασκέδαζαν να πετάνε πυροτεχνήματα στην αυλή της, να κάνουν τα σκυλιά να λυσσάνε και να την ακούνε να λέει κάθε τόσο «σιχτίρια γαμώτο, μια μέρα το χρόνο και κάνετε σαν κάφροι όλοι σας». Γέλαγαν τα παιδιά και έριχναν κι άλλα μέχρι που τα φώναζαν για φαγητό ή βαριόνταν και έφευγαν.

Οταν πέθανε, ο παπάς αρνήθηκε να την βάλει μαζί με τους υπόλοιπους πιστούς. Δεν πάτησε, έλεγε, ούτε μια φορά στην εκκλησία κι έτσι τώρα ούτε η εκκλησία έχει χώρο γι’αυτήν. Ετσι, την έθαψαν στον κήπο του σπιτιού και σιγά σιγά τα φυτά θέριεψαν τόσο πολύ που κάλυψαν το σημείο που την είχαν βάλει, και μετά και το σπίτι ολόκληρο, που κάποτε άρχισε να ξεφτίζει από τον αέρα και την υγρασία. Κανείς δεν ήξερε πότε είχε γεννηθεί, ούτε και έδωσε σημασία πότε ήταν που πέθανε. Σε μια ξύλινη απλή ταμπέλα μόνο, ένας βοσκός που έκανε παρέα κάποτε, έγραψε με το σουγιά του «Εκοιμήθη», τον έβαλε στο χώμα κι αυτός βλάστησε τριαντάφυλλα…

Advertisements

~ από isisveiled στο Αύγουστος 15, 2012.

2 Σχόλια to “lux aeterna”

  1. Πολύ συμπαθής αυτή η γριούλα.

  2. καλή είναι η καημένη … 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: