again

.

.

Το σπίτι έστεκε κάτω από το μεσημεριανό ήλιο με μια αίσθηση επιμελημένης απουσίας. Κάποιος έφτασε και πήρε το αυτοκίνητο για να το παρκάρει και κάποιος άλλος άνοιξε την πόρτα, όμως και οι δύο έφυγαν αθόρυβα όπως ακριβώς είχαν εμφανιστεί. Μία κοπέλα με ρώτησε αν θέλω να πιω κάτι, κι αφού σέρβιρε τη λεμονάδα μου σε ένα μακρύ κρυστάλλινο ποτήρι με παγάκια και δυόσμο, εξαφανίστηκε κι αυτή. Τα μάρμαρα γυάλιζαν και αντανακλούσαν το φως στους τοίχους και τα έπιπλα, και τα βήματα μου ηχούσαν παράξενα ανάμεσα τους. Οπως πάντα ήταν ένα σπίτι που με τη γοητεία του σε έκανε να νιώθεις μικρός. Σαν να μην άξιζες να καθίσεις στους όμορφους καναπέδες και πως τα πόδια σου δεν ήταν αρκετά λεπτά για να περπατάνε στις βεράντες.

Παρόλα τα πάρτυ και τα ζαλισμένα πρωϊνά που είχα ζήσει σε αυτό το σπίτι, δυσκολευόμουν να θυμηθώ τον κόσμο, θυμόμουν όμως αρκετά καλά την πισίνα στο κέντρο του κήπου με τις καλαμιές να λικνίζονται γύρω της και να δημιουργούν όμορφες γωνιές οπτικής απομόνωσης. Κατευθύνθηκα προς τα κει, και βγαίνοντας από το περιστύλιο της βεράντας τον είδα. Είκοσι ολόκληρα χρόνια είχαν περάσει και δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου. Ψηλός και λεπτός όπως πάντα, με εκείνα τα μάτια που νόμιζες πως είχε κλάψει λίγο πριν.

Εκανα το γύρο της πισίνας για να φτάσω κοντά του. Αμίλητος όπως πάντα μα γοητευτικός παρά την απουσία και την σιωπή. Το φόρεμα μου πιάστηκε στα καλάμια, κι όπως έσκυψα να το ξεμπλέξω, χρησιμοποίησα τη νέα οπτική γωνία για να τον δω καλύτερα. Δεν θυμόμουν τόσο μακρυά τα μαλλιά του, μα ήταν χρυσαφένια και στιλπνά, αυτό το θυμόμουν καλά. Είχαν μια όμορφη κίνηση γύρω από το κεφάλι του, όμοια με το πως λυγούσαν τα καλάμια δίπλα του σε έναν αέρα που δεν ένιωθα αλλά έμοιαζε να κινεί τρυφερά τα πάντα στον κήπο. Ενα λευκό μπλουζάκι κι ένα λευκό παντελόνι, τα χέρια και τα πόδια του τα θυμόμουν καλά, την πλάτη του, το στέρνο του, όλα διαγράφονταν μέσα από τα ρούχα όπως τα ήξερα.

Αφησα την λεμονάδα μου να ζεσταίνεται πάνω σε ένα τραπεζάκι, και κάθισα σε μια τεράστια ψάθινη καρέκλα με λευκά μαξιλάρια. Ο αέρας σταμάτησε κι αυτός, και όλα έδειξαν πιο άδεια και πιο σιωπηρά από ποτέ. Εβγαλα τα παπούτσια μου και ακούμπησα τα πέλματα μου πάνω στις ζεστές πλάκες. Αφησα το καπέλο μου να πέσει κι αυτό κύλησε μέχρι το νερό, έφτασε σχεδόν μέχρι τα χέρια του. Ο υπέροχος κύριος Γκάτσμπι ήταν νεκρός..

.. again

Advertisements

~ από isisveiled στο Αύγουστος 25, 2012.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: