moving like a bullet

.

.

Με τον καιρό άνοιξαν τα μνήματα και οι ψυχές πετάχτηκαν έξω. Σαν σπίθες από ηλεκτροσυγκόληση, αναπήδησαν στα σπασμένα μάρμαρα και σκορπίστηκαν στον αέρα. Ερημιά. Οπου κι αν κοίταξαν οι νεκροί τους περίμενε το ίδιο θέαμα. Αδειες πόλεις και άδειοι δρόμοι, άδεια παράθυρα, άδεια κρεβάτια, άδεια σχολεία, οι παιδικές χαρές βουτηγμένες στη θλίψη. Κάποιες κούνιες κρέμονταν από μισές αλυσίδες, τα κρεβάτια έτριζαν με τον αέρα που σφύριζε από τα σπασμένα τζάμια, ράφια κρέμονταν σαν μαραμένα φύλλα στους τοίχους.  Τα αυτοκίνητα είχαν καθίσει πάνω στα λάστιχα τους, που κι αυτά είχαν φαγωθεί απ’ τον καιρό και άνοιγαν διαλυμένα γύρω από τις ζάντες σαν περίεργα λουλούδια.

Μήτε λουλούδια είχαν μείνει, μήτε δέντρα. Ούτε μύγες να τραφούν από τα σκουπίδια, ούτε σκύλοι αδέσποτοι και γάτες εξαγριωμένες και τις ψυχές τις έπιασε απελπισία. Σαν δεύτερος θάνατος ήταν να αντικρύζουν το ρημαγμένο τσιμέντο και τις σιδεριές που προέβαλλαν από μέσα του ξεγυμνωμένες. Πλανιόντουσαν οι σπίθες των νεκρών αναζητώντας τις μνήμες τους, το μέρος που γεννήθηκαν κι εκεί που αγαπήθηκαν, μα κι αυτές μετά από τόσο καιρό είχαν ξεθωριάσει κι όλο έχαναν τον δρόμο. Αν είχαν φωνή να μιλήσουν, αλλά και από ποιον να ακουστούν άραγε, θα έβγαζαν έναν θρήνο σαν κύμα, που έρχεται και σπάει πάνω στο στερεό υλικό, αφρίζει, μαζεύεται και ξανασπάει πάνω στην ερημιά.

Γυρόφερναν τη γη οι νεκροί απελπισμένοι, παντού τα ίδια και δεν είχε μείνει ούτε μία γυαλιστερή επιφάνεια να δουν τουλάχιστον τα πρόσωπα τους να παρηγορηθούν. Μόνο μία ψυχή, που δεν θάφτηκε κάτω από μάρμαρο, γιατί είχε πεθάνει ανάμεσα στα δέντρα ενός απάτητου βουνού, έμοιαζε γαληνεμένη. Εκεί δίπλα της, στον άδειο βράχο τώρα πια, καθόταν ένας μικρός θεός και έπαιζε με την άρπα του συνέχεια τραγούδια. Ανοιγόκλεινε τα φτερά του για να της κάνει σκιά τα μεσημέρια κι όταν βαριόταν της μάθαινε σκοποβολή. Πέταγαν βέλη στο διάστημα και έκαναν ευχές να πετύχουν κατάστηθα κάποιο άστρο.

Πέρασαν έτσι δυο-τρεις αιωνιότητες και κανένας από τους νεκρούς δεν κατάφερε να μάθει αν όλα ερήμωσαν εξαιτίας του έρωτα ή γεννήθηκαν απ’ αυτόν. Στο τέλος του κόσμου, οι ψυχές άφησαν ένα τελευταίο σπινθήρισμα και χάθηκαν κι αυτές.

Advertisements

~ από isisveiled στο Νοέμβριος 18, 2012.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: