η κολοκυθιά

.

 

DSC_0071 tendril

.

Οταν ήμασταν μαζί, τον πρώτο καιρό, μιλάγαμε σαν να παίζαμε την κολοκυθιά. Ηταν καλοκαίρι κι αυτό οδηγούσε από μόνο του σε μια αίσθηση ανεξάντλητου χρόνου, έτσι καθώς η μέρα έμοιαζε να μην υποχωρεί ούτε αργά το βράδυ. Ακόμα και τότε όμως οι ρυθμοί ήταν τόσο αργοί, και η διάθεση μας να μην αποχωριστούμε ο ένας τον άλλο τόσο μεθυστική, που η κολοκυθιά ήταν αναπόφευκτη. Κάπου εκεί στο μέσο της ζωής μας, είχαμε συναντήσει ο ένας τον άλλο, απελευθερωμένοι εντελώς από τις αυταπάτες της νεότητας αλλά με κάθε διάθεση να τις αναπαράγουμε συνειδητά για χάρη της γοητείας.

Να πάμε το βράδυ στη θάλασσα, έλεγα εγώ. Θα είναι δροσερά και θα παραγγείλουμε μπύρες και μεζέδες και μπορούμε να κάτσουμε όσο αργά θέλουμε έτσι. Και γιατί να πάμε στη θάλασσα, έλεγε αυτός, και να μην πάμε σε εκείνο το ταβερνάκι ψηλά στο βουνό, κάτω από τα πλατάνια, που κυλάει δίπλα ο μικρός καταρράκτης που σου αρέσει, κι εκεί δροσιά θα έχει. Γιατί να πάμε στα πλατάνια, καίγεται η ψυχή μου όταν περνάμε ανάμεσα από τα καμμένα κι έπειτα θα κρυώνω, απαντούσα εγώ. Και που να πάμε τότε? θα μείνουμε πάλι μέσα και θα σου έρχονται πάλι ιδέες κοιτώντας τους τοίχους και τα ταβάνια, μερικές φορές νομίζω πως μιλάς για βίδες και γυψοσανίδες στον ύπνο σου. Να περάσουμε τη γέφυρα έλεγα εγώ τότε, και να πάμε στο φωτισμένο μεσαιωνικό λιμάνι να κοιτάμε το σπίτι από απέναντι. Να ανέβω ψηλά στις πολεμίστρες και ως άλλη damsel in distress να έρθεις να με σώσεις…

Ετσι πέρασε το καλοκαίρι, το φθινόπωρο, ακόμα και τα Χριστούγεννα. Μετά ήρθε εκείνο το παγερό βαρετό κομμάτι του χειμώνα που τίποτα δεν μοιάζει να έχει χρώμα και ζεστασιά, τον υπομένεις μονάχα γιατί νοητικά αντιλαμβάνεσαι πως ακολουθεί η άνοιξη. Να πάμε σινεμά, βαριέμαι να τρέχουμε μέσα στη βροχή, να πάμε για φαί απέναντι ίσως.. βαριέμαι να οδηγώ και το λιμάνι είναι καταθλιπτικό μέσα στο σκοτάδι και τη παγωνιά, πάω στο κρεββάτι μου.. Κάπως έτσι άλλαζαν οι εποχές και η κολοκυθιά συνεχιζόταν άλλοτε με ενθουσιασμό κι άλλοτε από υποχρέωση. Μέχρι που την βαρεθήκαμε. Ανασηκώναμε τους ώμους και συμφωνούσαμε στην πρώτη πρόταση που γινόταν, πάμε όπου θες. Τόσο τέλεια μάλιστα το καταφέραμε αυτό, που πολλοί το παρεξήγησαν για αγάπη.

Σε μία γωνιά του κήπου, είχα ξεχάσει πως είχα φυτέψει μια κολοκυθιά. Αυτή είχε μεγαλώσει με τα χρόνια, έπλεξε μικρούς έλικες όπου μπόρεσε να πιαστεί, έβγαλε φύλλα μεγάλα σαν σχεδίες, σαν μαγικά χαλιά, λουλούδια μεγαλειώδη κίτρινα και άπειρα κολοκυθάκια. Την είχα ξεχάσει όσο εμείς μπερδεύαμε τα λόγια μας ανάλογα με την εποχή. Μέχρι που ένα καλοκαίρι, όπως είδα τα μικρά κολοκυθάκια να εμφανίζονται κάτω από τα λουλούδια, θυμήθηκα μια συνταγή της γιαγιάς μου. Αυτή έπαιρνε τα πιο μικρά, τα πιο τρυφερά κολοκυθάκια και τα γύρναγε, έτσι όπως ήταν ολόκληρα, στην κατσαρόλα με λάδι και σκόρδο. Μετά έβαζε ντομάτα και τα άφηνε να μαγειρευτούν λίγο. Πριν τα σερβίρει, έκοβε μέσα κομμάτια από κεφαλοτύρι, που  ίσα που έλιωνε λιγάκι χωρίς να χαθεί. Τα έφτιαξα το ίδιο βράδυ και τα φάγαμε στο μπαλκόνι κοιτάζοντας τη θάλασσα.

Που την βρήκες αυτή τη συνταγή? είπε αυτός. Τα έφτιαχνε η γιαγιά μου αυτά. Σιγά μην περίμενα τη γιαγιά σου, απάντησα εγώ. Και τότε πως τα έφτιαξες? Εχω κι εγώ γιαγιά. Ναι αλλά η συνταγή της δικής μου γιαγιάς ήταν καλύτερη. Κάπως έτσι ξεκίνησε ξανά το παιχνίδι της κολοκυθιάς και το καλοκαίρι πήρε πίσω το χρώμα του.

Advertisements

~ από isisveiled στο Ιουλίου 10, 2013.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: