bless her soul

.

250px-Marlene_Dietrich_in_No_Highway_(1951)_(Cropped)

.

Δεν θυμάμαι πότε πέθανε ακριβώς. Ισως ήταν μία από εκείνες τις χρονιές που αποφάσισε πως τα χιλιόμετρα ήταν πολλά ή ίσως ο κίνδυνος να ασχοληθεί με κάποιον πέρα από τον εαυτό της πολύ κοντινός. Γεγονός είναι πάντως πως δεν την κλάψαμε, γιατί επέμενε να τριγυρίζει έξω από τον τάφο της, μουρμουρίζοντας άλλοτε για την οικονομική κατάσταση της χώρας κι άλλοτε για την εξαδέρφη εκείνη που τσακωνόντουσαν συχνά. Ετσι έδινε την εντύπωση της ζωντανής και δεν δίσταζε να κριτικάρει με σθένος τον ένα και τον άλλο ή να επιβάλλει την πραγματικότητα της στους ζωντανούς με μια φωνή ιδιαίτερα υψηλής συχνότητας αν οι καταστάσεις το απαιτούσαν.

Της άρεσε να αρχίζει τις φράσεις της με εκφράσεις όπως, η τάδε ήταν χήρα ναυάρχου και ζούσε σε ένα εκπληκτικό ρετιρέ στην οδό Αγαθομένους, τρίτη ξαδέρφη του άντρα της θείας του αδερφού της Καλλιόπης, γνωστής οικογενειακής μας φίλης, που είχε πεθάνει σε βαθιά γεράματα τριάντα χρόνια πριν. Η διήγηση, η οποία ήταν αναπαραγωγή άλλης διήγησης με ένα βαθύ, ελαφρώς ρομαντικό και νοσταλγικό ύφος αλλά κυρίως αργόσυρτο, συνέχιζε με την περιγραφή του διαμερίσματος και κάποια ανοησία που είχε συμβεί εκεί. Στο σημείο αυτό το λιβάνι διαχεόταν διακριτικά στην ατμόσφαιρα, μήπως και το φάσμα εκείνης που κάποτε υπήρξε αποφάσιζε να σταματήσει, αλλά αυτό σπάνια λειτουργούσε.

Πιο πολύ όμως, τα τελευταία χρόνια υπέφερε τόσο από τον χρόνο, που κυλούσε αδιάφορος τόσο για την δική της ύπαρξη όσο και όλων των υπολοίπων, αφήνοντας τα σημάδια του πάνω στη μορφή της, όσο και από την αδυναμία της να επισκέπτεται το κομμωτήριο όσο συχνά ένιωθε πως το είχε ανάγκη. Είναι μια κοπέλα στο κομμωτήριο που πάω, ξεκίναγε άλλη φράση και καταλάβαινες πως πίσω απ’ αυτό ήταν η χαρά του ανθρώπου που νοσταλγούσε την εποχή των υπηρετών, των βοηθών που κοιμούνταν στο μικροσκοπικό καμαράκι δίπλα στην κουζίνα και πριν ξημερώσει είχαν ήδη φτιάξει καφέ και πρωϊνό, ενώ εσύ την υπόλοιπη ημέρα αγωνιζόσουν να ρυθμίσεις το πρόγραμμα των κοινωνικών σου επαφών. Υπέφερε πραγματικά από αυτή την έλλειψη, και οι ίδιες οι κοινωνικές επαφές δεν είχαν πια την αίγλη που είχαν κάποτε.

Με είδε μια κυρία στον δρόμο, σχολίαζε πικραμένη, και μου είπε, πώς μία καλοβαλμένη κυρία σαν εμένα κατάντησε έτσι. Ενιωθες την τρομερή της θλίψη να αναβλύζει από μέσα της και κανένα τρισάγιο δεν μπορούσε τότε να ευχαριστήσει την ψυχή της. Χαμογελούσε όμως στους ξένους πολύ. Ηταν ευγενέστατη και με εξαίρετους τρόπους, αν της γνώριζες κάποιον που το όνομα του ακολουθούσε μια ιδιότητα, και σε λίγο ξέχναγε και την πίκρα της και όλα.

Να ζούμε να την θυμόμαστε.

~ από isisveiled στο Ιουλίου 22, 2013.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: