κάναμε την ψάθα μας μαντάρα

.

ast3

.

Καλάμια και ξεβρασμένα μπουκάλια, φύλλα ευκαλύπτου, σκοινιά και δίχτυα μπερδεμένα, πλαστικές σακούλες, ψαράδες με καλάμια και τρεις τέσσερις άνθρωποι που δεν θέλουν να ξεροψήνονται στον ήλιο. Η θάλασσα πεντακάθαρη, ήρεμη και δροσερή, τα βουνά απέναντι πράσινα, ο ήλιος στις καλές του. Ολοι μαζεμένοι εκεί με την άρρητη συμφωνία. πως προτιμάμε τα πλαστικά μπουκάλια από τη φασαρία, τις πέτρες και τις σακούλες από τις πλαστικές ξαπλώστρες και τις ομπρέλες, από  τις καφετέριες, από τα ακριβά γυαλιά ηλίου, τις ρακέτες, τα κινητά , τα αντηλιακά που σε μαυρίζουν σε χρόνο μηδέν, από τα πάνινα παπούτσια με το αστεράκι, τα φουσκωτά και τους ναυαρχαίους τους, τα περίτεχνα καπέλα.

Εγώ έφτασα εκεί κουβαλώντας μια παλιά ψάθα και μια πετσέτα, φορώντας σκισμένα πάνινα, ένα μπουκάλι νερό και ένα μπολάκι για τον σκύλο. Γιατί σε αυτή την παραλία επιτρέπονται και η σκύλοι, είναι μέσα στην συμφωνία. Κάτσαμε ανάμεσα τους, ήπιαμε νερό, καπνίσαμε ένα τσιγάρο. Μετά βουτήξαμε στη θάλασσα, φέραμε δύο τρεις βόλτες γύρω από ένα χαριτωμένο κύμα και βγήκαμε στην ακρογιαλιά. Ο σκύλος τινάχτηκε πάνω στην πετσέτα μου και με γέμισε σταγόνες, εγώ γέλασα, γέλαγε κι αυτός. Ηπιε δροσερό νερό, τρίφτηκε πάνω στις πέτρες και τα σκουπίδια, τινάχτηκε ξανά. Επεσε στην ψάθα και την γέμισε φύλλα και κοτσάνια, τινάχτηκε, γέλασε, ήπιε νερό. Εκανε μαντάρα την ψάθα, αλλά δεν έβγαλε κιχ. Κάτι μέσα του ήξερε την συμφωνία, δεν χάλασε τον κόσμο, δεν λέρωσε πουθενά. Χάρισε τα χαμόγελα του σε δύο κυρίες, προσπάθησε να πείσει μία απ’ αυτές να του δώσει από το δικό της νερό. Τελικά ήπιε από το δικό του και αναποδογύρισε το μπολάκι πάνω στην ψάθα.

Οταν φύγαμε, αφήσαμε την παραλία και την ησυχία όλων όπως τα είχαμε βρει. Ισως μόνο κάνα δυο χαμόγελα αφήσαμε πίσω μας μονάχα. Ο ήλιος είχε αρχίσει να καίει και σε λίγο και οι υπόλοιποι θα έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής. Η παραλία αυτή είναι σαν τον κόσμο μας, αυτοί οι άνθρωποι κι εγώ ανάμεσα τους είμαστε οι λίγοι, που προτιμάμε τις πεταμένες σακούλες από την ανθρώπινη δυσωδία.  Μιλάμε λίγο μεταξύ μας και ξέρουμε τι να κάνουμε αυτονόητα. Δίπλα οι ξαπλώστρες ξεκίνησαν να γεμίζουν.

~ από isisveiled στο Ιουλίου 28, 2013.

2 Σχόλια to “κάναμε την ψάθα μας μαντάρα”

  1. Αυτή η νέοφερτη πληγή με το τρίπτυχο ομπρέλες-ξαπλώστες-μπαρ (συχνά και «μουσική») έγινε αποδεκτή από το πλήθος των «κολυμβητών» πράγμα που κάτι λέει γι’ αυτούς… Υπέροχες παραλίες κατάντησαν κοσμικές συναθροίσεις. Σαν αυτές τις Γαλλικές παραλίες που δεν πέφτει ρύζι. Δεν θα μείνει τίποτε αχάλαστο πια σ’ αυτόν τον τόπο;

  2. εμ, καταλαβαίνεις τώρα γιατί προτιμάμε μερικοί να κάνουμε παρέα με τα πλαστικά μπουκάλια αντί μ’αυτούς.. μακάρι να ήξερα και την απάντηση στην ερώτηση σου, καλημέρα🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: