tiny magic creatures

.

.

Φυσικά και πιστεύω στην μαγεία. Απόδειξη είναι το ότι όταν έφερα την ορτανσία στο σπίτι, ακόμα και αφού της άλλαξα γλάστρα με το κατάλληλο χώμα και την έβαλα σε ένα ημισκιερό μέρος, αυτή έδειχνε κάπως δυστυχισμένη. Πιο πολύ μόνη δηλαδή, σαν να ερχόταν από ξένη χώρα και κανείς δεν μιλούσε την γλώσσα της εδώ. Παρόλο που στεκόταν στη σκιά μιας τεράστιας σοφής ελιάς, που είχε την τύχη να αφεθεί να μεγαλώσει όπως πρέπει και να μην την κλαδεύουν χρόνο με το χρόνο για να της παίρνουν το λάδι, και δίπλα σε ένα γιασεμί που πρώτα πέταξε μακρυά κλαδιά, προσπαθώντας να ξεπεράσει την ελιά σε ύψος, και μετά ένα σωρό μικρότερα, τσαχπίνικα και χαριτωμένα που σε γαργαλούσαν καθώς πέρναγες από δίπλα τους. Παρόλα αυτά ναι, η ορτανσία ένιωθε μόνη της.

Το καταλάβαινες, από το πόσο γρήγορα ζητούσε να την ποτίσεις κάθε φορά το καλοκαίρι και το χειμώνα πέταξε τα περισσότερα φύλλα της και καθόταν μουτρωμένη σαν να λεγε, και τι με νοιάζει, αφού κανείς δεν μου μιλάει. Με το ζόρι, έβγαλε μερικά λουλούδια το επόμενο καλοκαίρι, μετά τα άφησε να ξασπρίσουν και να κάθονται εκεί στο πλάι σαν να μην ήταν δικά της. Ευτυχώς γι’αυτήν όμως, ένα μικροσκοπικό πλασματάκι κάποια στιγμή, πήγε και κρύφτηκε ανάμεσα στα φύλλα της για παιχνίδι, κι εγώ για να το ευχαριστήσω πήρα μια μεγαλύτερη γλάστρα κι άρχισα να χτίζω εκεί μέσα έναν μικρό νεραϊδόκηπο. Πρώτα έβγαλα με προσοχή την ορτανσία και την ακούμπησα στη μέση να πάρει όσο χώρο θέλει, μετά έβαλα στο πλάι της διάφορα μικρά φυτά και χώμα καινούριο, πετρούλες μεγάλες και μικρές, κάτι μπιλάκια πορτοκαλί κεραμικά, ένα σκουριασμένο ξωτικό που έμοιαζε σαν να έβλεπες πάντα την σκιά του, λουλουδάκια με γκλίτερ, φουντίτσες πολύχρωμες με χρυσές κλωστές που τις κούναγε ο αέρας κι ένα κουδουνάκι. To κουδουνάκι ήταν πολύ μικρό, κι εμείς δεν μπορούσαμε να το ακούσουμε, ίσως ούτε και οι γάτες ή τα μεγάλα δέντρα, όμως φαίνεται πως η ορτανσία το άκουγε και αναθάρρησε.

Από εκείνη την μέρα, δεν έχει ζητήσει καθόλου νερό. Τα φύλλα της στέκονται καμαρωτά, ανοιγμένα τριγύρω σαν αγκαλιά, οι μίσχοι γέμισαν μάτια για καινούρια φύλλα, τα μικρά φυτά μουρμουρίζουν κάτι μωρουδίστικα κι αυτή τους απαντάει πίσω. Στη γλώσσα της. Εκείνη την ταξιανθία την ξασπρισμένη, την έφερε πιο κοντά και μας τη δείχνει να ξέρουμε τι είναι ικανή να κάνει, γελάει με το γκλίτερ και τις χρυσές κλωστές (ναι γελάει σας το ορκίζομαι) και το βράδυ χτυπάει το κουδουνάκι που δεν μπορεί να ακούσει κανείς άλλος. Εγώ της ρίχνω κλεφτές ματιές από το παράθυρο της κουζίνας, να μη με πάρει χαμπάρι και την πιάσουν οι ντροπές, ακούω τις καμέλιες να ψιθυρίζουν, κοίτα αυτή πως ξεπετάχτηκε έτσι, η ελιά που είναι γριά και τα χει λίγο χαμένα δεν δίνει σημασία, και το γιασεμί της πετάει ένα κλαδί και την γαργαλάει εκεί, ακριβώς κάτω από την ταξιανθία. Αυτή γελάει κι εγώ πιστεύω στην μαγεία.

~ από isisveiled στο Αυγούστου 20, 2013.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: