δεν είναι πια τραγούδι αυτό, δεν είναι αχός

.

.
Με δυνάμεις από κείνες τις τελευταίες, που λίγο ακόμα και θα στερέψουν λες καθώς τις δοκιμάζεις, με αυτές μονάχα, που προκύπτουν λίγο από ανάγκη και μισές από λαχτάρα, σήκωσα τη βαριά βαλίτσα με χέρια που έτρεμαν και καρδιά που λιγόστευε ο κάθε της χτύπος όλο και περισσότερο, και την μετέφερα πρώτα δέκα μέτρα μέχρι το λεωφορείο, μετά άλλα τόσα μέχρι το σπίτι. Ανέβηκα τα σκαλιά κρατώντας την και την ακούμπησα σαν παιδί πάνω στο τραπέζι μαλακά, σχεδόν τρυφερά να μην πληγώσω το περιεχόμενο της. Οχι γιατί τα βιβλία  και τα περιοδικά είναι από κείνα τα υλικά που πληγώνονται εύκολα, αλλίμονο σαν τους ανθρώπους κανείς δεν πληγώνεται περισσότερο, αλλά γιατί είχε επάνω εκείνα τα χαρτάκια που έγραφαν το όνομα μου, και ήταν ότι πιο κοντινό σε πατρικό χέρι  που σε χαϊδεύει απαλά στο κεφάλι.

Μέσα όλα ήταν συσκευασμένα άψογα, με τη σειρά και το είδος τους, τέλεια πακεταρισμένα και ασφαλισμένα με ταινία, να μην χαθεί να μην χαλάσει ούτε σελίδα από τα εξώφυλλα, όχι όπως νωρίτερα που τα δικά μου χέρια από τον ενθουσιασμό του έρωτα δεν ήξεραν τι να πρωτοδέσουν και τι να αφήσουν ελεύθερο να κινείται.  Ολα φροντισμένα με εκείνο το είδος της αγάπης, που τι να κάνει, μόνο έτσι ξέρει να ανταποκρίνεται.  Κι ανάμεσα τους, μέσα στο πλαστικό της ακόμα, μια εικόνα της Παναγίας Ελεούσας, πες την και Quan Yin αν θες ή Avalokiteshvara, δεν έχει σημασία, αυτής που κρατάει ένα λουλούδι στο ύψος της καρδιάς της και δεν μαραίνεται ποτέ. Αυτή, την άφησα πάνω στο τραπέζι, εκεί στο κέντρο του ξαπλωμένη, λες και θα λυθούν τα μαλλιά της κάποια στιγμή και πρέπει να χουν κάπου να ακουμπήσουν, να βρουν χώρο να απλωθούν, μήπως και από μια τούφα κόψουμε κάποτε κι εμείς μιαν άκρη ευσπλαχνίας, να μην είναι τόσο μόνη η καρδιά καθώς πλανεμένη περιφέρεται ανάμεσα στα σύμπαντα, μήπως κι αυτό το έλεος κάποτε, γίνει εκείνο το φωτάκι που θα της δείξει τον δρόμο της επιστροφής μέσα από τα σκοτάδια.

Δεν ήξερα και δεν καταλάβαινα τη σιωπή της, την θεωρούσα απλώς αινιγματική, ή μάλλον καλύτερα, έτσι την ερμήνευα, για να έχω μια ελπίδα να κρατιέμαι εκεί που δεν υπήρχε ούτε πέτρα να ακουμπήσω. Στο τέλος την ξέχασα κιόλας, λες κι αν την έθαβα στο υποσυνείδητο μου, θα βρισκε τρόπο να φυτρώσει κάπως εκεί και να θαυματουργήσει, να χαϊδέψει τις πληγές και να μου πει, μη φοβάσαι όλα καλά θα πάνε. Φυσικά το έδαφος ήταν άγονο και σκληρό, η πραγματικότητα ανελέητη και σφύριζε σαν παγωμένος χειμώνας που δεν αφήνει τίποτα να βλαστήσει, καίει κι αυτές ακόμα τις ρίζες που υπήρχαν και αδιαφορεί εντελώς για την άνοιξη και τις αλκυονίδες της ζωής. Την θυμήθηκα μονάχα την άλλη μέρα που το σώμα μου πονούσε από το βάρος που σήκωσε και η καρδιά μου έκανε απεγνωσμένες προσπάθειες να ανακτήσει την χαμένη της αθωότητα, έτσι από πείσμα, για να μην αφήσει τον φόβο να νικήσει.

Γύρισα και κοίταξα προς το μέρος της και με τα μάτια γεμάτα δάκρυα τη ρώτησα, κανένα έλεος? κανένα έλεος? Δεν μου απάντησε.

~ από isisveiled στο Σεπτεμβρίου 11, 2013.

4 Σχόλια to “δεν είναι πια τραγούδι αυτό, δεν είναι αχός”

  1. στιγμιαία απορία: διαβάζετε δημουλά;

  2. ποτέ, γιατί?

  3. γιατί ο τρόπος γραφής σας μοιάζει κατά τόπους. δεν το λέω για κακό…
    καλή βδομάδα

  4. ε φαντάζομαι θα συμβαίνει και σε άλλους αυτό, να μοιάζει κάτι με κάτι άλλο, καλή βδομάδα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: