κι αν το χαμόγελο πέφτει στη γη..

.

.

Αρχισε να μιλάει πριν καν φτάσω κοντά της, λες και είχε μάτια στην πλάτη και μπορούσε να με δει και τα αυτιά της μπορούσαν να ακούν τα ανείπωτα. Δουλειά μου είναι να φτιάχνω μικρά όμορφα σύμπαντα γι’ αυτούς που τα έχουν ανάγκη, μου είπε, και με αυτό κούνησε λίγο την ουρά της πέρα δώθε σαν να σκούπιζε το χώμα. Εγώ έμεινα ακίνητη να την κοιτάζω, καταλαβαίνοντας πως τα λόγια ήταν περιττά σε αυτή την παράξενη συνομιλία, παρακολουθώντας με προσοχή την ουρά της, που με υπνώτιζε με την ήρεμη ταλάντωση της. Γύρισε τα αυτιά της μπροστά σαν να εστίαζε σε κάτι που εγώ δεν έβλεπα και ξανάρχισε να μιλάει, ενώ με το χεράκι της έμοιαζε να ανακατεύει τον αέρα μπροστά της. Να, ας πούμε, είναι αυτό το όμορφο αγόρι, όλο δροσιά και αγάπη, που το έχει πάρει το παράπονο, και πρέπει κάπως η ψυχή του να ησυχάσει για να μπορέσει να συνεχίσει και να παραμείνει δροσερό σαν τις σταγόνες της πρωϊνής υγρασίας που λάμπουν πάνω στα φύλλα.

Τέντωσα λιγάκι το λαιμό μου να δω τι έκανε κι εκεί μπροστά στα μάτια μου, ο αέρας που ανακάτευε έγινε μια μικρή λίμνη, πεντακάθαρη, με πρασινογάλαζα νερά και όμορφους ομόκεντρους κύκλους να ρυτιδώνουν την επφάνεια της, σαν να χε πέσει μέσα ένα βότσαλο που δεν ακούστηκε και η επιφάνεια αναδεύεται στη θύμηση του. Εκεί γύρω από το κέντρο της, έβγαιναν σιγά σιγά στην επιφάνεια, μικρές διάφανες φυσαλίδες, όπως αυτές που κάναμε μικροί με σαπουνάδα, ιριδίζουσες κάτω από το απογευματινό φως, αιωρούνταν για λίγο πάνω από την επιφάνεια και μετά με ένα άηχο πλοπ! έσκαγαν και γύρω τους έβγαιναν συνεχώς καινούριες. Είχε μια ελαφράδα αυτό, λες και άκουγες το γέλιο ενός παιδιού που δεν ξέρει τι πάει να πει πόνος και του φτάνει κάτι τόσο εύθραυστο όσο μερικές φυσαλίδες για να είναι ευτυχισμένο. Γύρω απ’ τη λίμνη ξεφύτρωσαν καλάμια, κι ο αέρας θρόιζε ανάμεσα τους, σαν παλιό ινδιάνικο τραγούδι, αυτά έσκυβαν μέχρι το νερό χωρίς να το ακουμπούν  και ξανάνοιγαν προς τα πάνω, έγερναν και σηκώνονταν κάθε φορά κι ας έδειχναν τόσο ευάλωτα και μικροκαμωμένα. Δύο ελάφια ήρθαν να πιουν νερό, ένας μικρός σκαντζόχοιρος και μια πελώρια τίγρης. Οταν ξεδίψασαν κάθισαν δίπλα δίπλα και σαν να μην ήταν αρκετά παράξενο αυτό, αποκοιμήθηκαν το ένα στην αγκαλιά του άλλου.

Ο ήλιος έπεφτε σιγά σιγά, και τα νερά της λίμνης άλλαζαν χρώμα, πρώτα έγιναν βαθύ μπλέ, μετά μωβ και ο ήλιος χρύσιζε στην επιφάνεια, όταν αναδύθηκε ένα φύλλο πρώτα, ολοστρόγγυλο και πράσινο σαν την ίδια την άνοιξη και μετά στο πλάι του ένα λουλούδι, που άνοιξε ένα ένα τα χίλια πέταλα του και γέμισε το σούρουπο με το πιο ντελικάτο άρωμα του κόσμου. Λευκό φως έφεγγε από μέσα του αχνά, λες και στη βάση του υπήρχε κάτι πιο μαγικό απ’ όσα είχαν δει ήδη τα μάτια μου και πιο αγαπημένο απ’ όσα η ψυχή του ανθρώπου ονειρεύτηκε ποτέ. Με μία τελευταία κίνηση, αυτή, αποκάλυψε το αγόρι που κοιμόταν στο κέντρο του λωτού, και έδωσε μια μικρή σπρωξιά στο φύλλο να ταλαντωθεί και να το νανουρίσει.

Βλέπεις; μου είπε και γύρισε προς τα μένα, τα όμορφα χρυσά της μάτια συγκεντρώθηκαν όλο γλύκα πάνω στα δικά μου που δάκρυσαν από την τρυφερότητα. Βλέπεις? δεν είναι τόσο δύσκολο.. όταν η ψυχή του ανθρώπου είναι τυχερή, δεν έχει σημασία τι και ποιον συνάντησε στη ζωή του, σημασία έχει μόνο να του δώσεις ένα όμορφο μικρό σύμπαν κι όλα αρχίζουν αλλιώς.

~ από isisveiled στο Σεπτεμβρίου 12, 2013.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: