ο γυρισμός

.

 

.

Τις μέρες που το φως ήταν λιγοστό, τράβαγε την καρέκλα της δίπλα στην μπαλκονόπορτα και έκανε πως είναι τυφλή και διπλάσια σε χρόνια. Σκέπαζε τα πόδια της με μία κουβέρτα, ακουμπούσε το κεφάλι της στο τζάμι και προσπαθούσε να νιώσει πάνω στο δέρμα της το φως, που δεν μπορούσαν να δουν τα μάτια της. Καθόταν τότε, και αναπολούσε μια ζωή φανταστική, εντελώς διαφορετική από αυτήν που είχε ζήσει μέχρι τώρα.

Θυμόταν τότε, που το σώμα της ήταν γερό και αλώβητο από τον χρόνο, να ταξιδεύει παντού. Από την πιο απλή γωνιά, μια στροφή λάθος σε έναν δρόμο και να βρίσκεται μπροστά σε μια γειτονιά διαφορετική, μέχρι χώρες μακρινές και πολύχρωμες, με ανθρώπους να κινούνται γύρω της σαν σμάρια από μέλισσες, να μιλάνε μια γλώσσα άλλη, να τους βλέπει να στροβιλίζονται σε έναν δικό τους διαφορετικό χρόνο από αυτό που είχε συνηθίσει. Ακουγε σχεδόν καθαρά τα αυτοκίνητα να περνάνε, για δρόμους εντελώς ξένους, που δεν ήξερε που καταλήγουν, πόρτες να ανοίγουν στο πλάι και να οδηγούν σε άλλες πόρτες και δωμάτια, που δεν θα μάθαινε ποτέ τι είναι. Οταν δεν μπορούσε να κάνει αυτό, έβαζε μερικά ρούχα σε ένα σακκίδιο και πεταγόταν στην διπλανή πόλη. Εκλεινε δωμάτιο σε ένα φτηνό ξενοδοχείο πάνω από τον σταθμό των λεωφορείων και πέρναγε την ημέρα της στο καφενείο του σταθμού, νιώθοντας τους άλλους να ταξιδεύουν ή να επιστρέφουν κουρασμένοι.

Αργά το βράδυ, εκεί, όπως καθόταν στον σταθμό, παράγγελνε δύο τοστ και μια μπύρα, μύριζε από την θέση της το ψωμί που καιγόταν στην τοστιέρα κι αφού το έτρωγε γρήγορα να ικανοποιήσει την πείνα της, έπινε την μπύρα και έγραφε στον μικρό της υπολογιστή σκόρπιες σκέψεις που δεν είχαν καμία υποχρέωση να είναι κατανοητές. Τελικά, γυρνούσε σπίτι της ανακουφισμένη. Ξάπλωνε στο κρεβάτι της και μαγείρευε κάτι ευωδιαστό και χορταστικό, σαν κάποιος να την περίμενε εκεί και να της έκανε όλα τα χατίρια για να την πείσει να μείνει λίγο ακόμα μαζί του.

Επιανε μετά και αποτύπωνε σε κάποια γωνιά του σπιτιού, κάτι απ’ αυτά που είχε δει στους δρόμους της. Μια καρέκλα κίτρινη και λευκή για τα δροσερά πρωϊνά, ένα κατακόκκινο κηροπήγιο για τα μακρινά εστιατόρια, ένα πιάτο ραγισμένο από κάποιο ξενοδοχείο που δεν θυμόταν πια. Επέστρεφε με αυτό τον τρόπο ξανά και ξανά, όπου είχε πάει, στις καθημερινές κινήσεις ξανάβρισκε αυτούς τους ανθρώπους που είχε δει. Σε ένα τραπέζι είχε μαζεμένα βιβλία, σε όλες αυτές τις απίθανες γλώσσες που είχε ακούσει, από αυτά που δεν μπορούσε να διαβάσει φυσικά, αλλά τα ξεφύλλιζε με τον καφέ της τα απογεύματα, σχεδιάζοντας που θα πάει την επόμενη φορά.

Οταν το τζάμι κρύωνε και ο ήλιος, αυτός ο λιγοστός χανόταν, άνοιγε τα μάτια της και έβλεπε γύρω της το σπίτι σκοτεινό. Την κίτρινη καρέκλα και το κόκκινο κηροπήγιο, το βιβλίο σε μια άγνωστη γλώσσα, σημάδια πως κάποτε είχε φύγει και είχε επιστρέψει, έστω στην φαντασία της. Σηκωνόταν τότε και έφτιαχνε κάτι να φάει, έτσι για να νιώσει πως κάποιος της έκανε όλα τα χατίρια και προσπαθούσε να την πείσει να μείνει για λίγο ακόμα μαζί του.

~ από isisveiled στο Νοεμβρίου 14, 2014.

Ένα Σχόλιο to “ο γυρισμός”

  1. Reblogged this on Marxfactor's Blog.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: