ανάποδα

.

632d2aa87d63929aa5cf717aeb4f293d

.

Ξύπναγε το πρωϊ ενήλικας. Με το μυαλό σοβαρό και την σκέψη καθαρή, ώριμος και αποφασισμένος να αρπάξει τη ζωή στα χέρια του και να την οδηγήσει όσο μπορεί καλύτερα, να διευθετήσει τα πράγματα, να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του. Σηκωνόταν και έφτιαχνε καφέ γιατί έπρεπε το μυαλό του αμέσως να λειτουργήσει και με το φλυτζάνι στο χέρι άνοιγε τον υπολογιστή. Σπουδαία εποχή αυτή που ζούμε σκεφτόταν, κι άρχιζε αμέσως την περιήγηση σε όλα αυτά τα θαυμαστά που κάνουν οι άνθρωποι. Διάβαζε μελέτες για το ποια γονίδια είναι υπεύθυνα για τα διάφορα χρώματα στη γούνα της γάτας, άρθρα πάνω στην προσεδάφιση ενός ρομποτικού οχήματος χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά από την γη, τον τρόπο που η ασιατική σφίγγα τρεφόταν στην κυριολεξία με φως από την αυτή την κίτρινη ρίγα στην κοιλιά της. Τα καταλάβαινε και τα θαύμαζε όλα. Το μυαλό του απορροφούσε τα πάντα, γέμιζε με γνώση και πληροφορίες για τα πάντα γύρω του. Λίγη ώρα αργότερα, ήξερε να στήνει γυψοσανίδες και να υπολογίζει πως θα στήσει το σκελετό, να οξειδώνει το τσιμέντο για να φτιάχνει σχέδια σαν νερό λίμνης, ακόμα και να λύνει ένα συγκεκριμένο εξάρτημα του υπολογιστή για να διορθώσει μια τεχνική ατέλεια.

Ακολουθούσε τη μέρα του με αυτοπεποίθηση, έτοιμος να αντιμετωπίσει την καθημερινότητα, να της δώσει νόημα αν γίνεται, να φτιάξει κάτι μικρό με μεγάλη σημασία, να οργανώσει κι άλλα πράγματα που θα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα τις επόμενες μέρες. Μα αν πρόσεχες λίγο καλύτερα, σαν κάτι να είχε αλλάξει, και η σκέψη του δεν ήταν ίσως τόσο καθαρή όσο νωρίτερα, ίσως όχι ακριβώς καθαρή, τόσο ώριμη μάλλον. Το καταλάβαινες από το μέγεθος των πραγμάτων. Επιανε ξαφνικά να ανακατέψει τον καφέ του, ένα κουταλάκι μικροσκοπικό, από εκείνα που είναι για τον εσπρέσσο, αλλά αυτός το έβρισκε χαριτωμένο.  Εβλεπε ένα μικρό συννεφάκι στον ουρανό και δεν σου έλεγε το είδος του, αλλά , κοίτα ένα μικρό σκυλάκι που κυνηγάει την ουρά του! Κατά τ’ άλλα έπαιρνε σοβαρές αποφάσεις και τέλειωνε με τις εκκρεμότητες που είχε και τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν. Δεν ήταν αναβλητικός.

Ετρωγε και ξάπλωνε λιγάκι το μεσημέρι, σηκωνόταν όσο είχε ακόμα φως να πιει έναν καφέ ακόμα και μέσα του μια φωνή τον έλεγε καφεδάκο αντί για καφέ. Θυμόταν πως έτσι τον έλεγε η γιαγιά του και χαμογελούσε ζεστά, αλλά ήταν οπωσδήποτε ένα μέγεθος μικρότερο. Δεν ντυνόταν άλλο, τριγυρνούσε στο σπίτι με τις πυτζάμες ή την φόρμα, εκείνη την απαλή στο άγγιγμα σαν παιδική, τακτοποιούσε ίσως δυο τρία πράγματα ακόμα, μιλούσε με μερικούς φίλους, διάβαζε τα τρέχοντα νέα. Δεν χτενιζόταν, μόνο περνούσε τα χέρια του κάθε τόσο στα μαλλιά του, να μην πέφτουν τα τσουλούφια στα μάτια του και έπιανε να χαζεύει εικόνες αυτή τη φορά. Τίποτα που να έχει λέξεις και νόημα, οι λογικές δομές κατέρρεαν μέσα στο μυαλό του και έμεναν μόνο ό,τι χρειαζόταν για να αρθρώσει πέντε λέξεις κατανοητές. Ηταν σχεδόν σχεδόν σαν ένα κοιμισμένο ανθρωπάκι, κι έτσι άλλαζε και πάλι λίγο το μέγεθος, μίκραινε.

Μέχρι να φτάσει το βράδυ, του ήταν αδύνατον να παρακολουθήσει οτιδήποτε άλλο εκτός από τα χρώματα και το φως. Γύρναγε ανάμεσα στις φωτογραφίες σαν μεθυσμένος και κοίταγε κάτι ηλιόλουστα κίτρινα και χαρούμενα μωβ, κάτι εκτυφλωτικά κόκκινα, δροσερά πράσινα και καμιά φορά απειλητικά μπλε σαν καταιγίδα που πλησιάζει. Δεν του άρεσαν τα μπλε, δεν θέλω! έλεγε με την απλότητα ενός παιδιού που δεν ξέρει τι πάει να πει εμβόλιο, ξέρει μόνο ότι το πονάει η ένεση. Κι αν άκουγες λίγο καλύτερα την σκέψη του, όπως σχηματιζόταν στο μυαλό του, ούτε καν η φωνή δεν ήταν ενός ενήλικα, μίκραινε κι αυτή και μπέρδευε τα σύμφωνα, ζεν σέλω! έλεγε και άλλαζε αμέσως εικόνα.

Κάτι από τον ενήλικο εαυτό του, που είχε παραμείνει ζωντανό για ανεξήγητους λόγους μέχρι τότε, τον οδηγούσε να φάει και να παρακολουθήσει κάποια ταινία με δράση και μπάμ! μπουμ! βζιιιιιιιιιν έτρεχαν τα αυτοκίνητα και όλοι έτρεχαν αλαφιασμένοι πέρα δώθε, πυροβολισμοί και μια κυρία όμορφη που έπαιζε ανάμεσα τους.  Αυτός τυλιγόταν στις κουβερτούλες του, σταύρωνε τα πόδια του και σχεδόν πιπίλαγε το τσιγάρο που είχε στο στόμα του, εκτός αν είχε θυμηθεί να φέρει κοντά του και μερικά μπισκοτάκια. Με τα μάτια διάπλατα παρακολουθούσε τα ανθρωπάκια στην οθόνη να παίζουν στην ταινία ή να κάνουν πολιτικές αναλύσεις, το ίδιο ήταν. Κάποτε θα γίνω κι εγώ έτσι όταν μεγαλώσω έλεγε και χωνόταν στα σκεπάσματα του, τραγουδώντας μέσα στο μυαλό του, μια άλλη φωνή γιατί η δική του δεν ήξερε πια ούτε τα φωνήεντα, ένα νανούρισμα που του έλεγε ένας αγαπημένος θείος κι έτσι βυθιζόταν γλυκά στον ύπνο.

Ωρίμαζε μέσα στη νύχτα και γινόταν ξανά ενήλικας κατά την απουσία του.

~ από isisveiled στο Νοεμβρίου 20, 2014.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: