I ain’t lyin’

.

.

Πάνω από το βαρύ βελούδινο φόρεμα, φόρεσε ένα δεύτερο. Διάφανο, στο χλωμό γκρι του φεγγαριού κεντημένο με πούλιες που ιρίδιζαν ασημένια σαν μικρές φλόγες στο φως. Εσκυψε χαμηλά το κεφάλι της και μετά το τίναξε πίσω απότομα. Τα μαλλιά της άνοιξαν σαν πούπουλα γύρω από το πρόσωπο της και ξανάπεσαν απαλά μέχρι το λαιμό της. Γέμισε μικρές γυριστές μπούκλες το οπτικό της πεδίο και φύσηξε μία απ’ αυτές που έπεφτε μπροστά στα μάτια της. Φόρεσε τα ασημένια της βραχιόλια, που κουδούνιζαν ελαφρά σε κάθε της κίνηση και κοίταξε τα χέρια της. Τα νύχια της κοντά, στο σχήμα του αμυγδάλου, βαμμένα όπως πάντα σκούρο κόκκινο, έδειχναν το δέρμα ακόμα πιο λευκό μέσα από το μαύρο βελούδο. Το χάιδεψε για λίγο και σηκώθηκε. Το φόρεμα θρόισε, σαν καλοκαιρινή νύχτα που φυσάει ανάλαφρα μέσα από τις κουρτίνες και περπάτησε ανάλαφρα μέχρι τον καναπέ. Εκατσε πάνω στο μπράτσο του προσεκτικά και κοίταξε τη φωτιά στο τζάκι, που έκαιγε δίπλα.

Κοίταγε τις φλόγες να χορεύουν, μέσα από το προστατευτικό γυαλί, και έβλεπε τις αντανακλάσεις τους πάνω στις πούλιες του υφάσματος. Αστραφταν όλες σαν μικρές σπίθες που πετούσαν γύρω της κι έμοιαζε σαν ένας μικρός ουρανός μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Εσκυψε μπροστά στο τραπεζάκι κι έπιασε τα τσιγάρα της. Η πλάτη της τεντώθηκε σε όλο της το μήκος, το χέρι της απλώθηκε και έπιασε χωρίς να κοιτάει τον αναπτήρα κι ένα τσιγάρο. Σηκώθηκε μαλακά, σαν να την κρατούσαν χέρια, ίσιωσε την πλάτη της για λίγο και μετά την άφησε να χαλαρώσει προς τα πίσω, σε ένα μεγάλο μαξιλάρι στην άκρη του καναπέ. Λύγισε όλο της το σώμα σε μια ανοικτή καμπύλη και άπλωσε τα πόδια της στο τραπεζάκι. Τράβηξε λίγο το φόρεμα στην άκρη, να ζεσταθούν από τη φωτιά, καθώς δεν φόραγε παπούτσια και είχε ήδη αρχίσει να κρυώνει.

Ζεστάθηκε, και τράβηξε το φόρεμα από πάνω της, τυλίχτηκε με μια χνουδωτή κουβέρτα που είχε δίπλα της και έμεινε να κοιταζει τις φλόγες να χοροπηδάνε στο τζάκι. Λύγισε κι άλλο και χώθηκε στον καναπέ. Εμεινε εκεί όλο το βράδυ και μόλις την πήρε ο ύπνος είδε στο όνειρο της, πως η ζέστη ερχόταν από μια μέρα ηλιόλουστη και καλόβολη. Είδε τα παράθυρα και τις πόρτες όλα ανοιχτά, τα δέντρα καταπράσινα απέξω, ένιωσε την ησυχία του μεσημεριού, περπατούσε ξυπόλυτη από δωμάτιο σε δωμάτιο για να δροσιστεί. Αχ, αναστέναξε στον ύπνο της, καθώς ένιωσε ξανά είκοσι χρόνια νεότερη, με άπειρο χώρο μέσα στην ψυχή της, έτοιμο να γεμίσει με όμορφα πράγματα, να τα μοιραστεί με τους άλλους. Αχ, και τυλίχτηκε καλύτερα μέσα στην κουβέρτα.

Το τζάκι πια σιγόκαιγε και από τα ξύλα είχαν μείνει μόνο ένα μικρό βουνό από κάρβουνα, που αναβόσβηναν κατακόκκινα μέσα στο σκοτάδι, απλώνοντας γύρω τους ακόμα ζέστη. Γύρισε ανάσκελα, ζεστάθηκε και τράβηξε την κουβέρτα από πάνω της, τα βραχιόλια της κουδούνισαν ξανά στα χέρια της, αχ, ξαναφύσηξε στο όνειρο της μια τούφα από το πρόσωπο της, που είχε κολλήσει από το αλάτι της θάλασσας και τον ήλιο. Αχ… κι έφτασε το παράπονο της μέχρι απέναντι, στην άλλη πλευρά του ποταμού, σε ένα παράθυρο, που έμενε αναμμένο όλο το βράδυ. Ο άντρας σήκωσε απορημένος το κεφάλι του από τα βιβλία του και κοίταξε τριγύρω του να δει από που ακούστηκε αυτό. Εσπρωξε τις ανοιγμένες σελίδες λίγο πιο κει στο γραφείο του κι έπιασε τα τσιγάρα του. Αχ.. είπε κι αυτός με τη σειρά του και κοίταξε τα κάρβουνα στο τζάκι του που είχαν κρυώσει πια.

~ από isisveiled στο Νοεμβρίου 28, 2014.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: