Γη

.

9482cc0ac893263abd638ccb72bebc8f

.

Τριβόταν πάνω του σαν γάτα. Ζέχνω, της έλεγε γελώντας και την έσπρωχνε να πάει να πλυθεί. Μέχρι να βγει απ’ το μπάνιο, αυτή είχε τρυπώσει στο δωμάτιο και είχε μαζέψει την μπλούζα που φορούσε, την έβαζε κάπου παραδίπλα από τα δικά της πράγματα και ξανάβγαινε αθόρυβα. Ετρωγαν μαζί και μίλαγαν για τη μέρα τους. καλή ιδέα να λιάσουμε τις ντομάτες που περίσσευαν της έλεγε, κι αυτή του διηγούνταν πως δεν έστρωνε το χρώμα στο γυαλί στο τζάμι που έφτιαχνε. Βρήκα και μανιτάρια σήμερα, συνέχιζε αυτός, τα έφερα για το βράδυ. Το μεσημέρι, αυτός διάβαζε κι αυτή μισοκοιμόταν στον καναπέ με την τηλεόραση να μουρμουρίζει. Εγερνε ο ήλιος πάνω από το παράθυρο και έπεφτε όλος πάνω στον καναπέ, τον έκανε χρυσό και μετά πορτοκαλί. Το καλοκαίρι δεν μπορούσες να σταθείς εκεί τέτοια ώρα, όμως τα μεσημέρια του χειμώνα, ο ήλιος ήταν γλυκός και τους ζέσταινε όμορφα.

Να βάλω για καφέ, την ρωτούσε αυτός μόλις χλώμιαζε το φως. Ναι, πεταγόταν αυτή ζαλισμένη ακόμα από τον ύπνο και τον ήλιο, και καθόταν ανάμεσα στις κουβέρτες και τα μαξιλάρια του καναπέ, τράβαγε πιο κει κάτι βιβλία στο τραπέζι να του κάνει χώρο και έστρωνε χώρο να κάτσει δίπλα της. Εφερνε τις κούπες και τις ακουμπούσε στο ξύλο, αυτή άνοιγε ένα όμορφο κουτί με μπισκότα και γέμιζαν τα πάντα ψίχουλα. Σειρά είχαν οι άλλοι στην κουβέντα τους. Αυτός που είπε κάτι και ο άλλος που δεν είπε, τι άνθρωποι είναι αυτοί, που βρίσκουν τόση σκληράδα μέσα τους, ή μήπως εμείς γίναμε αγρίμια και δεν τους καταλαβαίνουμε? Αναβε η κουβέντα, κι ενώ δεν ξεκόλαγαν από τον καναπέ έπιαναν το τηλέφωνο και το ιντερνετ να μάθουν και τα υπόλοιπα.

Ηθελα να διαβάσω λίγο ακόμα έλεγε αυτός, πως πέρασε η ώρα. Στο μεταξύ έστρωναν για φαγητό, άναβαν το τζάκι, τα μανιτάρια γίνονταν ομελέτα, έβαζαν και λίγο κρασί. Χάζευαν τη φωτιά και μισοζαλισμένοι, γεμάτοι, ζεστοί και χορτάτοι, ακούμπαγαν ο ένας στον άλλο. Δεν έκαναν τίποτα, μόνο χαμογελούσαν ήρεμοι και χαλαρωμένοι. Η τηλεόραση κάτι έπαιζε στο βάθος, την μισοκοίταγαν, άρχιζαν να νυστάζουν, τελικά πήγαιναν για ύπνο σπρώχνοντας και τραβώντας ο ένας τον άλλο.

Οταν την άλλη μέρα το πρωι αυτός έφευγε, έβγαζε την λερωμένη του μπλούζα και την φόραγε πάνω από την δική της. Ολη μέρα δούλευε, νιώθοντας τη μυρωδιά του να ανεβαίνει πάνω της, ιδρώτας και γη ανακατεμένα, έφτανε μέχρι τα πιο κρυφά του εγκεφάλου της και την καθησύχαζε. Και τότε το χρώμα στο τζάμι έστρωνε καλύτερα, το σχέδιο γινόταν πιο όμορφο, το φως πέρναγε και γίνονταν χρυσό.

~ από isisveiled στο Ιανουαρίου 29, 2015.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: