when you ‘re sad, dance

.

.

Μαύρες μέρες, σκοτεινές. Ενα βαρύ σύννεφο κρεμασμένο στον αέρα στη θέση του ήλιου και μια σελήνη ανύπαρκτη στον ουρανό. Να μη μπορείς να δεις ούτε στο σκοτάδι ούτε στο φως. Κι ένα κλαράκι μόνο του, ανάμεσα στα δέντρα, στη θέση μιας κοπέλας, να βρέχεται και να ξεραίνεται στον αέρα, να χάνει τους χυμούς του κάτω από τον ψυχρό ήλιο. Τόσο βαρύς χειμώνας και τόσο ψυχρός που ήταν, πέταξε και το τελευταίο φύλλο από πάνω της και νόμιζες πως πάει πέθανε. Δεν έβγαινε και ο ήλιος πια να χρυσίσει την επιφάνεια του ξύλου, να του δώσει ζωή ή έστω να το κάνει ελκυστικό, έλεγες πως μέχρι το καλοκαίρι θα διαλυθεί.

Πέρναγαν δίπλα στο κλαράκι οι λέξεις ξυστά. Με όλες τις καλές προθέσεις που κουβαλούσαν, προσπαθούσαν να φωτοσυνθέσουν για χάρη του. Αν δεν ακουμπήσεις όμως, να σκάψεις λίγο την επιφάνεια, να εισχωρήσεις εκεί που η καρδιά είναι ακόμα ζωντανή και πράσινη, δεν μπορείς να μεταδώσεις την ζωή. Εφταιγε και το κλαράκι γι’αυτό. Τόσο λεπτό, που φοβόσουν πως αν το ξύσεις θα κοπεί. Χειμώνας ατέλειωτος και ερημιά, περαστικοί οι λίγοι άνθρωποι στον δρόμο, βιαστικοί να φτάσουν στα σπίτια τους. Να σωθούν αυτοί από το άδικο της σκοτεινιάς, από το κακό σύννεφο, να κλείσουν την πόρτα πίσω τους και το κλαράκι απέξω.

Βάλθηκε εκείνες τις μέρες ο Θεός να καταστρέψει τον κόσμο. Για την βιασύνη του και για τις λέξεις που σκόρπιζαν ανώφελα, για το χέρι που δεν άπλωναν, να φροντίσουν το κλαράκι, για τις πόρτες που έκλειναν πίσω τους. Εσπαγε τις ομπρέλες τους και τίναζε τα σπίτια τους με αέρα και βροχή, έσπρωχνε κρύο φαρμακερό κάτω από τις χαραμάδες στα παράθυρα. Για την αφέλεια να πιστεύουν πως μόνο αυτοί έχουν σημασία να σωθούν. Μα τότε κάτι απροσδόκητο συνέβη. Μέσα σε όλη αυτή την βουή του αέρα και τη λύσσα της βροχής, μέσα από το μαύρο σύννεφο που άπλωσε πάνω από τον κόσμο, το κλαράκι στάθηκε όρθιο και του φώναξε, όχι. Γιατί όχι, είπε η σκέψη του Θεού και απλώθηκε σαν κεραυνός μέσα στην σιωπή. Δεν έφτιαξα γι’αυτό τον κόσμο, εσύ θα έπρεπε να το ξέρεις καλύτερα αυτό. Οχι, ξανάπε το κλαράκι και προσπάθησε να σταθεί όρθιο καταμεσής της καταιγίδας. Δώσε μου έναν λόγο να μην το κάνω, ζήτησε ο Θεός. Και το κλαράκι άρχισε να χορεύει. Περιδινήθηκε στον αέρα και στριφογύρισε, έλαμψε η επιφάνεια του στο φως της αστραπής, ρίγησε και τινάχτηκε σαν να άκουγε μια μουσική οργιαστική. Γέλασε ο Θεός και δεν άργησε να φέρει την άνοιξη.

~ από isisveiled στο Φεβρουαρίου 26, 2015.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: