again

•Φεβρουαρίου 4, 2015 • Σχολιάστε

.

36a00793313d4b5d6c88bc041b7cbf95

.

Δεν είχαν απομείνει και πολλές από τις εννιά ζωές της μικρής μαύρης γάτας, όμως για τώρα μία ήταν αρκετή. Ετσι, σήκωσε το κεφάλι της σαν από βαθύ ύπνο και κοίταξε γύρω της αυτό τον έρημο κόσμο που είχε βρεθεί. Πλακόστρωτο και βροχή, πόρτες κλειστές, σκοτάδι. Αναμνήσεις που πονούσαν ακόμα, όνειρα που πήγαιναν με πατερίτσες και κρύβονταν στις γωνίες, χαρές μισοπεθαμένες που έψαχναν μάταια να φάνε σε κάδους σκουπιδιών. Η μικρή μαύρη γάτα ανασηκώθηκε και άρχισε να στρώνει την γούνα της. Πρώτα καθάρισε καλά το πρόσωπο της με το χεράκι της, το πέρασε πολλές φορές πίσω από τα αφτιά και αφού βεβαιώθηκε ότι τα μάτια της και το μουσούδι της είχαν καθαρίσει εντελώς, έπιασε να ισιώνει και τα πόδια και την πλάτη της. Στο τέλος, με μεγάλη προσοχή φρόντισε την ουρά της, που άστραψε ακόμα και μέσα σε αυτό το σκοτάδι με μια γαλάζια λάμψη και κυμάτισε όρθια ξανά.

Από την αρχή δεν της άρεσε αυτός ο μοναχικός κόσμος. Ηταν στενός και άβολος, υγρός, γεμάτος ψέμματα. Για λίγο τα νύχια της γράπωσαν το πλακόστρωτο και η γούνα στην πλάτη σηκώθηκε, αλλά αποφάσισε πως δεν ήταν ώρα για να ασχοληθεί με μια ζωή χαμένη. Επρεπε να δει τι θα κάνει με αυτή την νέα, που είχε την ευκαιρία να ζήσει και τότε συνειδητοποίησε πόσο πολύ πεινούσε. Τα μουστάκια της τεντώθηκαν στον αέρα και άρχισαν να μυρίζουν τριγύρω για κάποια ένδειξη τροφής. Ομως όλα έμοιαζαν άδεια και άψυχα. Το στομάχι της γουργούριζε, η γλώσσα της είχε στεγνώσει από την δίψα, και κάτι στο βάθος τους μυαλού της ζήταγε αίμα για να ανακουφιστεί.

Περπατούσε σε αυτό τον ατέλειωτο δρόμο με την προσοχή της τεντωμένη, όταν κάτι σαν πετάρισμα ακούστηκε κάπου πάνω από το κεφάλι της. Κανείς δεν πρόλαβε να δει τα μάτια της να αστράφτουν στο φως. Λες και μέσα της υπήρχε ένα μαγικό ελατήριο, πετάχτηκε στον αέρα και έπιασε στα δόντια της το πουλί. Επεσε μαλακά στα πόδια της, σαν να μην είχε προηγηθεί αυτό το ξαφνικό τίναγμα, και το ακούμπησε κάτω. Ενας ήχος, όμοιος με βρυχηθμό βγήκε από το στήθος της και άφησε την πείνα της να ικανοποιηθεί. Το έφαγε όλο. Με τα πούπουλα.

Κυριακή

•Ιανουαρίου 31, 2015 • Σχολιάστε

.

16bde35fcf3602128809747c62e558e8

.

Για να χει η Κυριακή να ξεχωρίζει από τις άλλες, όχι γιατί είχε κάποια πραγματική διαφορά, αλλά μόνο για δίνει ρυθμό στην υπόλοιπη βδομάδα, έφτιαχνε ψωμί. Σηκωνόταν πρωί, σκοτεινιά ακόμα έξω, τόση που την έλεγες βράδυ κι ας δείχναν αλλιώς τα ρολόγια, έφτιαχνε έναν καφέ κι ετοίμαζε μια μεγάλη γαβάθα για τη ζύμη. Δύο και παραπάνω ποτήρια αλεύρι, δυνατό, απ’ αυτό που φτιάχνει κλωστές σαν ανεβεί, μια μεγάλη κουταλιά ζάχαρη, ελάχιστο αλάτι να μη σκοτώσει την μαγιά, μια μεγάλη κουταλιά γλυκάνισο, τη μαγιά σε σκόνη και τα ανακάτευε. Στο ίδιο ποτήρι έριχνε ζεστό νερό απ’ το ίδιο που χε φτιάξει τον καφέ, ίσως και λίγο κρύο να μη καίει, άλλη μια κουταλιά ζάχαρη, λίγο λάδι. Τα ανακάτευε κι αυτά γρήγορα με ένα κουτάλι και τα έριχνε σε μια λακκουβίτσα που χε κάνει στο κέντρο του αλευριού. Τα άφηνε σκεπασμένα τότε και ξαναχωνόταν στο κρεβάτι.

Πέρναγε η ώρα, τέλειωνε ο πρώτος καφές, κρύωνε το φλυτζάνι, χάραζε κάποια στιγμή έξω και στην τηλεόραση ξεκινούσαν τα παιδικά. Αυτό ήταν η χαρά της, ανέβαζε λίγο την ένταση της φωνής, να ακούγονται γελάκια και τρεχαλητά στην οθόνη, τραγούδια για πεταλούδες και ελεφαντάκια και πήγαινε ξανά στην κουζίνα. Εκεί στη μέση της γαβάθας, η μαγιά είχε ζωντανέψει και φουσκώσει, μύριζε όλη η κουζίνα με αυτή την ελαφρά όξινη μυρωδιά που χει το ψωμί και χωρίς να χάσει καιρό, το ανακάτευε και το ζύμωνε γρήγορα, να μη χάσει τη θερμοκρασία του, το σκέπαζε και έφτιαχνε έναν καφέ ακόμα. Ελληνικό αυτή τη φορά, σε μια μεγάλη κούπα να αχνίζει, διάλεγε ένα καινούριο καθαρό τασάκι και χωνόταν σε εκείνη τη γωνιά του καναπέ που είχε για φωλιά της. Πέρναγε ο ήλιος τις καλές μέρες, από την ανατολική πλευρά του σπιτιού, και παρατηρούσε από τα τζάμια το φως να παίζει μέσα στα κλαριά καθώς ανέβαινε και τα γέμιζε χρώμα. Ο καφές μοσχομύριζε και μέχρι να τελειώσει το φλυτζάνι, η ζύμη είχε φουσκώσει.

Αναβε το φούρνο να ζεσταίνεται, έπιανε απαλά τη ζύμη από τη γαβάθα και την έπαιζε στα χέρια της σαν μπάλα από σύννεφο, να μην την ταλαιπωρήσει πολύ, και μετά έκανε κάτι αναπάντεχο. Το πέρναγε γρήγορα μέσα από νερό και όπως ήταν έτσι βρεμένο το κύλαγε μέσα σε σουσάμι και μαυροκούκι. Κόλλαγαν αυτά πάνω στη ζύμη, την κύλαγε λίγο ακόμα και την έστρωνε ανάλαφρα σε ένα μικρό ταψί. Για να ναι η Κυριακή διαφορετική από τις άλλες, άνοιγε το φούρνο και το έβαζε μέσα. Κι όπως φούσκωνε το ζυμάρι και ψηνόταν, απλωνόταν η μυρωδιά του σε όλο το σπίτι σαν ευλογία. Για να χει η Κυριακή νόημα, αυτή λιβάνιζε με ψωμί που ψήνεται τον αέρα και ευχαριστούσε τη γη που έκανε το στάρι και το νερό που το έθρεψε, τον ήλιο που το μεγάλωσε. Ευχαριστούσε τους ανθρώπους που το μάζεψαν κι αυτούς που το φεραν μέχρι την πόρτα της, αυτούς που πρώτη φορά βρήκαν τον τρόπο να το κάνουν ψωμί και την γιαγιά της. Αυτή, που αγαπούσε τόσο το γλυκό εκείνο ψωμί με το γλυκάνισο, το επτάζυμο το έλεγε, και έκανε παραπάνω δρόμο για να το πάρει από το φούρνο που το έφτιαχνε. Ζωντανοί και πεθαμένοι όλοι ευχαριστιούνταν αυτό το ιδιόμορφο λιβάνισμα και μέχρι να γεμίσει και η τελευταία ψυχή με την μυρωδιά του, το ψωμί ήταν έτοιμο και το έβγαζε από το φούρνο.

Με προσοχή, να μην ξεκολλήσουν τα σουσάμια από πάνω του, το τύλιγε σε μια πετσέτα και το έβαζε ψηλά να κρυώσει. Εφτιαχνε τότε στα γρήγορα και κάποιο φαγητό να χει σάλτσα ή λίγο παραπάνω λάδι και λεμόνι, να υπάρχει λόγος για το φρέσκο ψωμί να βυθιστεί μέσα τους, να ρουφήξει τη γεύση και τα αρώματα, να τα μεταφέρει στο σώμα στην καλύτερη τους εκδοχή. Για να χει η Κυριακή νόημα και ρυθμό οι άλλες μέρες, για να περιμένει κανείς κάτι που χει σημασία λίγο διαφορετική, ακόμα και ασήμαντη, γίνονταν όλα αυτά. Για να μην ξεχνιούνται οι πεθαμένοι, για να χουν να χαίρονται με κάτι οι ζωντανοί, να παίζουν τα παιδικά στην τηλεόραση και ο καφές να αχνίζει στο φλυτζάνι, για όλα αυτά κάθε Κυριακή έφτιαχνε ψωμί.

Γη

•Ιανουαρίου 29, 2015 • Σχολιάστε

.

9482cc0ac893263abd638ccb72bebc8f

.

Τριβόταν πάνω του σαν γάτα. Ζέχνω, της έλεγε γελώντας και την έσπρωχνε να πάει να πλυθεί. Μέχρι να βγει απ’ το μπάνιο, αυτή είχε τρυπώσει στο δωμάτιο και είχε μαζέψει την μπλούζα που φορούσε, την έβαζε κάπου παραδίπλα από τα δικά της πράγματα και ξανάβγαινε αθόρυβα. Ετρωγαν μαζί και μίλαγαν για τη μέρα τους. καλή ιδέα να λιάσουμε τις ντομάτες που περίσσευαν της έλεγε, κι αυτή του διηγούνταν πως δεν έστρωνε το χρώμα στο γυαλί στο τζάμι που έφτιαχνε. Βρήκα και μανιτάρια σήμερα, συνέχιζε αυτός, τα έφερα για το βράδυ. Το μεσημέρι, αυτός διάβαζε κι αυτή μισοκοιμόταν στον καναπέ με την τηλεόραση να μουρμουρίζει. Εγερνε ο ήλιος πάνω από το παράθυρο και έπεφτε όλος πάνω στον καναπέ, τον έκανε χρυσό και μετά πορτοκαλί. Το καλοκαίρι δεν μπορούσες να σταθείς εκεί τέτοια ώρα, όμως τα μεσημέρια του χειμώνα, ο ήλιος ήταν γλυκός και τους ζέσταινε όμορφα.

Να βάλω για καφέ, την ρωτούσε αυτός μόλις χλώμιαζε το φως. Ναι, πεταγόταν αυτή ζαλισμένη ακόμα από τον ύπνο και τον ήλιο, και καθόταν ανάμεσα στις κουβέρτες και τα μαξιλάρια του καναπέ, τράβαγε πιο κει κάτι βιβλία στο τραπέζι να του κάνει χώρο και έστρωνε χώρο να κάτσει δίπλα της. Εφερνε τις κούπες και τις ακουμπούσε στο ξύλο, αυτή άνοιγε ένα όμορφο κουτί με μπισκότα και γέμιζαν τα πάντα ψίχουλα. Σειρά είχαν οι άλλοι στην κουβέντα τους. Αυτός που είπε κάτι και ο άλλος που δεν είπε, τι άνθρωποι είναι αυτοί, που βρίσκουν τόση σκληράδα μέσα τους, ή μήπως εμείς γίναμε αγρίμια και δεν τους καταλαβαίνουμε? Αναβε η κουβέντα, κι ενώ δεν ξεκόλαγαν από τον καναπέ έπιαναν το τηλέφωνο και το ιντερνετ να μάθουν και τα υπόλοιπα.

Ηθελα να διαβάσω λίγο ακόμα έλεγε αυτός, πως πέρασε η ώρα. Στο μεταξύ έστρωναν για φαγητό, άναβαν το τζάκι, τα μανιτάρια γίνονταν ομελέτα, έβαζαν και λίγο κρασί. Χάζευαν τη φωτιά και μισοζαλισμένοι, γεμάτοι, ζεστοί και χορτάτοι, ακούμπαγαν ο ένας στον άλλο. Δεν έκαναν τίποτα, μόνο χαμογελούσαν ήρεμοι και χαλαρωμένοι. Η τηλεόραση κάτι έπαιζε στο βάθος, την μισοκοίταγαν, άρχιζαν να νυστάζουν, τελικά πήγαιναν για ύπνο σπρώχνοντας και τραβώντας ο ένας τον άλλο.

Οταν την άλλη μέρα το πρωι αυτός έφευγε, έβγαζε την λερωμένη του μπλούζα και την φόραγε πάνω από την δική της. Ολη μέρα δούλευε, νιώθοντας τη μυρωδιά του να ανεβαίνει πάνω της, ιδρώτας και γη ανακατεμένα, έφτανε μέχρι τα πιο κρυφά του εγκεφάλου της και την καθησύχαζε. Και τότε το χρώμα στο τζάμι έστρωνε καλύτερα, το σχέδιο γινόταν πιο όμορφο, το φως πέρναγε και γίνονταν χρυσό.

I have a dream

•Ιανουαρίου 26, 2015 • 2 Σχόλια

.

578fbaf86682e89458d583a3ab58d6e6

.

Θέλω να ζήσω σε ένα μέρος πλατύ. Να χωράει τα ισοπεδωμένα μου, να τα απλώσω και να μη βρίσκουν ούτε στα σπίτια των διπλανών, ούτε σε βουνά, να μη βυθιστούν σε θάλασσες. Να ‘ναι ένα σπίτι εκεί όρθιο, ανάμεσα στις καμπύλες της γης, να βλέπω από το πάνω παράθυρο μέχρι μακρυά πέρα τον ορίζοντα, χωρίς να σταματάει το βλέμμα μου πουθενά, ούτε η ψυχή μου. Θέλω να πρασινίζει την άνοιξη, με όλα εκείνα τα ταπεινά που δεν ξέρουμε το όνομα τους λουλούδια. Να πετάξω από πάνω μου τους ορισμούς των ανθρώπων για το ένα ή το άλλο, οι λέξεις να μείνουν μόνο σαν εργαλείο, να τις μιλάω, όχι να τις σκέφτομαι. Το φαντάζομαι το καλοκαίρι με μια θάλασσα ξεραμένα χόρτα τριγύρω του να θροϊζουν απαλά στον αέρα, να βρίσκεις σκιά κάτω από τα λιγοστά δέντρα και στην σκεπαστή βεράντα. Χωρίς φράχτες. Δεν θέλω άλλα παλούκια τριγύρω μου, θέλω να είναι η πόρτα μου ανοιχτή μέρα νύχτα για να δροσίζομαι, ο σκύλος να μπαινοβγαίνει, οι γάτες να κάθονται στα κεραμίδια και να κοιτάνε τα αστέρια. Θέλω το φίδι να βρει δροσιά στην γούρνα μου και να κάνει φωλιά για το χειμώνα στο υπόγειο.

Θέλω τον χειμώνα, να περπατάω μέσα στον αέρα και το κρύο για να φτάσω κάπου, να αναψοκοκκινίζουν τα μάγουλα μου γρήγορα στη διαδρομή και να μη κρυώνω άλλο. Να καίει το φως μου από τα παράθυρα την νύχτα και να μην είναι κανείς εκεί να μετρήσει την ώρα που άναψε ή έσβησε. Θέλω το φως να αποκτήσει τον δικό του ρυθμό, την δική του ζεστασιά και ασφάλεια, χωρίς φράχτες, χωρίς παλούκια, χωρίς τοίχους και κουρτίνες, χωρίς κριτική. Να με ειδοποιεί αυτό πότε φτάνει κάποιος, πολύ πριν φτάσει η φωνή του σε μένα. Να προηγείται δηλαδή η ύπαρξη των λόγων. Να έχει την απόλυτη φυσική προτεραιότητα που την ορίζει.

Θέλω ένα παράθυρο στην σοφίτα. Να κάθομαι εκεί αγκαλιά με ένα βιβλίο, να σκάνε για λίγο τα σύννεφα και να μπαίνει ήλιος, να κοιτάω τότε απέναντι τους λόφους και να βλέπω πίσω απ’ αυτούς. Θέλω η προσμονή να είναι το παιχνίδι μου και η ανακούφιση μου, όχι το επιβεβλημένο της ανάγκης κάποιου άλλου. Να γίνομαι πειρατής και να αρμενίζω πάνω στα στάχυα το βράδυ, ο λαγός να μου μάθει όλες τις τρύπες του. Ξέρω πως να κάνω εγώ όμορφο το μηδέν μου, το πλατύ, το απρόσωπο, το ισοπεδωμένο μου. Αρκεί να χω χώρο.

αδικίες

•Ιανουαρίου 18, 2015 • 1 σχόλιο

.

86fc3e97e40992b4b2a47194aad9f5e5

.

Είναι αδικία αληθινή. Που οι καρδιές δεν σπαρταράνε όλες μαζί με την ψυχή, που κάθονται εκεί στον μικρό βολεμένο βούρκο τους, τον όμορφα τακτοποιημένο, που όλα είναι απτά και trendy. Ισως, αν δεν ήταν έτσι, να μπορούσαμε να γίνουμε φίλοι αληθινοί μεταξύ μας, να πούμε κάποια αστεία, για την πολιτική, ακόμα και για κομμωτήριο θα μπορούσαμε να συζητήσουμε. Γιατί κάπου, σε ένα άλλο μερίδιο της σκέψης μας, η καρδιά μας θα είχε χάσει ένα βήμα από την ομορφιά, από τις σκέψεις ενός τρίτου που γράφτηκαν κάποτε, πολύ παλιά. Θα ήταν η συζήτηση μας κατανοητή, ηθελημένα ανόητη μερικές φορές και κυρίως οικεία. Αλλά δεν έχουμε τίποτα να πούμε γιατί αυτό που μας κάνει πραγματικούς τον καθένα έχει διαφορετικά επίπεδα επαφής.

Αν βρούμε ένα καταραμένο λουλούδι ας πούμε, φτιαγμένο από λέξεις, από συναισθήματα υλοποιημένα, δεν υπάρχει τρόπος να σας δείξουμε πως να το μυρίσετε. Θα απογοητευτούμε πάνω στην ευγενική σας απόκριση «α τι ωραίο!», θα τσακιστεί η ψυχή μας, και θα πρέπει τότε να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε, να αποδομήσουμε την μαγεία σε όρους αντιληπτούς για σας και στο τέλος το χειρότερο, να παραιτηθούμε. Δεν γίνεται και είναι αδικία. Για μας που ψάχνουμε ο ένας τον άλλο, ο καθένας με το δικό του φανάρι, να μην είμαστε τόσο μόνοι στις περιστροφές μας γύρω από τον ήλιο  και για σας, που είστε όλοι μαζί και η τροχιά σας δεν θα καταρρεύσει ποτέ μέσα του.

Γιατί η ζωή, στην πιο πλούσια και γεμάτη έκφραση της είναι μια πορεία καταστροφής. Σε κάθε βήμα που χάνει η καρδιά μας, από τις λέξεις, αυτές τις τόσο παλιές, τόσο αγαπημένες λέξεις, στρέφει την τροχιά μας λίγο περισσότερο προς την κεντρική φωτιά που τις γέννησε. Η δική σας ζωή είναι απολύτως σταθερή, χωρίς εκείνες τις αναγκαίες παρεκκλίσεις που μπορούν να της δώσουν νόημα και ομορφιά. Και το κομμωτήριο πόσο νομίζετε θα μπορεί να αντικαταστήσει τον θάνατο και την καταστροφή? Είναι αδικία, που δεν θα βυθιστείτε ποτέ σε κάτι που δεν χρειάζεται ταμειακή απόδειξη για να θαυμάσετε. Θα μπορούσαμε να ήμασταν φίλοι και είναι αδικία.

So I suffered, doubted, cursed, & no one believed me sincere. It’s as if this heart, once so full of strength & love were annihilated.*

FIFO

•Ιανουαρίου 16, 2015 • Σχολιάστε

.

.

Είναι ο σωρευτικός χαρακτήρας των πραγμάτων που τα κάνει αβάσταχτα. Οχι το φορτηγό που έπεσε πάνω μας και μετά το κεραμίδι και μετά ο νάρθηκας που δεν κράτησε, αλλά που πνιγήκαμε πίνοντας απλά νερό. Και είναι το πιο ευάλωτο, το πιο διαφανές και λεπτό σαν αέρας σημείο της στοίβας η κορυφή, εκεί που σχετιζόμαστε με τον ουρανό ο καθένας μας. Είναι διαπερατό αυτό το σημείο, γιατί αν κάνεις όνειρα κι αν βρίσκεις ιδέες και λύσεις, αυτά όλα είναι πολύ ευαίσθητα, δεν μπορούν να περάσουν μέσα από τους τοίχους της λογικής, χρειάζονται ένα σημείο ελαφρό σαν αέρας για να εισχωρήσουν. Ετσι η στοίβα ξεχειλιζει από την κορυφή.

Σπάμε και λυγίζουμε στις μικρές ανόητες καταστροφές της ζωής μας, και ξεχύνονται πίσω τους όλα τα άλλα που προσπαθούμε να διαχειριστούμε. Ενα στρίφωμα που ξηλώθηκε ας πούμε. Τόσο άντεξε η κλωστή να κρατάει το ύφασμα για χρόνια και πλυσίματα, μια τόση δα μικρή ίνα που φθείρεται συνέχεια, αλλά όταν σπάσει δεν ξηλώνεται ολόκληρο το ρούχο. Ομως, για την συγκεκριμένη στιγμή που αυτό συνέβη, η στοίβα δεν αντέχει το βάρος και ξεχειλίζει. Πας να πιάσεις βελόνα να το ράψεις και τα χέρια σου τρέμουν, πέφτει η βελόνα, δεν μπαίνει η νέα κλωστή, τσιμπάς το χέρι σου, το ψαλίδι δεν κόβει. Κι όλο αυτό για δυο μικρές αόρατες ραφές που θες να κάνεις. Πριν το καταλάβεις, βρίσκεσαι ανάμεσα σε συντρίμμια όλων των ειδών, απώλειες και ματαιώσεις που απλώνονται γύρω σου πλημμύρα και με την βελόνα στο χέρι ακόμα, προσπαθείς να μαζέψεις.

Από μια εύνοια του σύμπαντος όμως, αυτές οι μικρές καταστροφές είναι που μας σώζουν τελικά. Μεταφέρουν την προσοχή μας, λίγο πιο κει στο μέλλον, που βρίσκουν λύση και τακτοποιούνται. Το στρίφωμα ράβεται τελικά και παίρνει τη θέση του στην στοίβα της ανακούφισης. Τα άλλα, που ξεχύθηκαν μαζί του και εξαιτίας του, μένουν έξω, ξεραίνονται στον ήλιο σταδιακά, χάνουν από τον όγκο και το βάρος που τα κάνει δυσβάσταχτα, κι όταν ξαναμπούν στην αρχική στοίβα πιάνουν λιγότερο χώρο. Μέχρι κάτι άλλο να βρεθεί, απ’ αυτά που υγραίνουν τα μάτια μας, να τα ποτίσει με αυτή την υγρασία και να ξαναφουσκώσουν, να μη χωράνε πια.

back to black

•Ιανουαρίου 15, 2015 • 3 Σχόλια

.

06eda1295c1666807cef3aeee31dae8d

.

Η μικρή μαύρη γάτα, ξύπνησε σε έναν κόσμο που δεν αναγνώριζε πια. Ολο σκοτάδι και σύννεφα θαμπά και μια μυρωδιά σαν κάτι να χει πεθάνει από καιρό σε κάποια γωνία. Γύρω της ακούγονταν συγκεχυμένες φωνές που δεν μπορούσε να αναγνωρίσει, χωρίς να βλέπει όμως άνθρωπο πουθενά. Δοκίμασε να περπατήσει, τα ποδαράκια της άγγιξαν κάτι κολλώδες και υγρό, τα τράβηξε πίσω. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πως έφτασε εκεί κι από που. Περπάτησε αγνοώντας όσα κόλλαγαν στην γούνα της και έφτασε κάπου που έμοιαζε να υπάρχει ένας τοίχος. Στριμώχτηκε εκεί, με την πλάτη κολλημένη πάνω του, τουρτουρίζοντας από μια αλλόκοτη υγρασία που τρύπωνε στα πάντα. Και ήταν θλιμμένη, πολύ θλιμμένη. Σαν να έχασε κάτι σημαντικό, σαν κάποιος να πήρε το πιατάκι με το φαί της και να βρώμισε το νερό της.

Μπερδεμένη και παραξενεμένη και πιο θλιμμένη από ποτέ, κόλλησε κι άλλο στον τοίχο. Τύλιξε την ουρά της γύρω από το κορμάκι της και προσπάθησε να κλείσει τα μάτια της περιμένοντας μήπως ξημερώσει σ’αυτόν τον σκοτεινό κόσμο. Κάτι σαν παράθυρο άνοιξε από πάνω της τότε και μια φωνή ακούστηκε. Ελα μέσα που είναι ζεστά και φωτεινά, έχει φαί και νερό καθαρό, ένα αφράτο μαξιλάρι να κοιμηθείς. Η μικρή μαύρη γάτα, ανασήκωσε το κεφαλάκι της κι έκανε ένα δειλό βήμα προς τα κει. Η πόρτα έκλεισε τότε απότομα μπροστά της και γέλια ακούστηκαν από μέσα. Μαζεύτηκε ξανά στην γωνιά της.

Λίγο αργότερα, παίρνοντας θάρρος, ακολουθώντας τον τοίχο πήγε λίγο παρακάτω. Μπορεί κάπου να τελειώνει αυτός ο κόσμος σκέφτηκε και τότε άκουσε στην γωνία κάποιο άλλο μικρό ζωάκι να κλαίει. Ετρεξε χωρίς σκέψη κοντά του και αυτό έλεγε ξανά και ξανά, κανείς δεν με αγαπάει κανείς…  Η μικρή μαύρη γάτα το πήρε αγκαλιά και χώθηκαν μαζί σε μια τρύπα του τοίχου. Αρχισε εκεί να φτιάχνει γύρω του έναν κόσμο μαγικό, να νιώθει ασφαλές, να ξέρει πως το αγαπούν και θα το φροντίζουν και ας φοβόταν και η ίδια τόσο πολύ το σκοτάδι. Το έχωσε μέσα στη γούνα της να μείνει ζεστό και στεγνό και του ψιθύριζε τραγούδια να κοιμηθεί. Πείναγε πολύ και δεν είχε βρει τίποτα να φάει σε αυτόν τον αλλόκοτο κόσμο, αλλά το ξέχναγε. Το ζωάκι, πρέπει να σώσω το ζωάκι έλεγε μέσα της.

Μόλις αυτό συνήλθε λιγάκι, γύρισε και την δάγκωσε με όλη του τη δύναμη. Ακριβώς στο κέντρο του στήθους, εκεί που το είχε κρύψει για να μη φοβάται. Να ακούει την καρδιά της και να ησυχάζει. Την δάγκωσε ξανά και ξανά, μέχρι που τα δόντια του έσπασαν τα κόκαλα και έφτασαν στην ίδια της την καρδιά και εξαφανίστηκε. Η μικρή μαύρη γάτα πληγωμένη, με την καρδιά απροστάτευτη να χτυπάει σαν τρελή από φόβο και από πόνο, να μη θυμάται πως έφτασε εκεί και από που, σύρθηκε στη μέση του δρόμου. Η γυαλιστερή της γούνα ήταν λερωμένη με λάσπη και αίμα, τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα από τον πόνο, το μυαλό της στριφογύριζε προσπαθώντας να καταλάβει τι κακό έκανε, τι ήταν αυτός ο κόσμος που βρέθηκε που όλα συμβαίνουν ανάποδα.  Τράβηξε την ουρά της ξανά πάνω της και έχωσε το κεφαλάκι της μέσα στα χέρια της, λύγισε όλο το κορμάκι της στα δύο, προσπαθώντας να προστατεύσει την καρδιά της, που χτύπαγε ακόμα.